Η Ευλογημένη Γη της «Πρώτης «
Στην άκρη του χωριού, εκεί που η γη αγκάλιαζε τον μόχθο των ανθρώπων, βρισκόταν το χωράφι μας, η «Πρώτη». Ένας τόπος ιερός για την οικογένειά μας, γεμάτος ζωή, ιδρώτα και αναμνήσεις. Ο πατέρας μου, ο Τάσος , κάθε χρόνο το καλλιεργούσε με επιμέλεια και αγάπη, σπέρνοντας κηπευτικά, καρπούζια, μπάμιες, δώρα πολύτιμα της φύσης που έθρεφαν το σπιτικό μας.
Θυμάμαι τη φυτεία των καρπουζιών, ένα ολόκληρο μποστάνι δέκα στρεμμάτων, που το προσμέναμε από τον Απρίλιο ως τον Ιούλιο σαν μια μικρή γιορτή. Η γη δούλευε μαζί μας, καθώς τη φροντίζαμε με σκαλιστήρια για τα ζιζάνια, τσάπες και ποτίσματα. Και όταν έφτανε ο Ιούλιος, η «Λάικα», το αυτοσχέδιο τρακτέρ του πατέρα μου, γέμιζε μέχρι πάνω με μεγάλους καρπούς, τα μακρόστενα αμερικανικά καρπούζια και τα γλυκά καβούνια. Σε λίγες ώρες ο πατέρας μου τα ξεπουλούσε στην αγορά του Κιλκίς. Ήταν το εισόδημα που κρατούσε όρθια την οικογένειά μας.
Εμείς, μικρά κοριτσάκια τότε, περιμέναμε την ώρα που θα σπάσουμε ένα καρπούζι και να αρπάξουμε την καρδιά του, απολαμβάνοντας την κόκκινη γλύκα του, ενώ γύρω μας η γη μοσχοβολούσε καλοκαίρι. Παρόλη την κούραση, η χαρά του μόχθου έκανε τα πάντα πιο όμορφα.
Τα χρόνια πέρασαν, κι η καλλιέργεια άλλαξε. Οι καρπουζιές έδωσαν τη θέση τους στον καπνό και στις μπάμιες. Δύσκολη δουλειά, απαιτητική, που ήθελε όλη την οικογένεια εκεί, από το πρωί ως το βράδυ. Στην άκρη του χωραφιού, κοντά στην πομόνα της γεώτρησης , ο πατέρας μου συνέχισε να φυτεύει κηπευτικά. Οι ντομάτες του, δεμένες με σχοινιά, μοσχοβολούσαν ήλιο, οι μελιτζάνες έστεκαν όρθιες, στηριγμένες με προσοχή, τα αγγούρια δροσερά, οι πιπεριές, τα κολοκυθάκια, οι πατάτες, τα κρεμμύδια, ακόμα και τα ραπανάκια, όλα φυτεμένα στη σειρά, με τάξη και αγάπη. Στις άκρες, καλαμπόκια και ηλίανθοι στέκονταν φρουροί ενός μικρού παραδείσου. Ο πατέρας μου ήταν αληθινός μπαχτσεβάνης, ένας καλλιεργητής με ταλέντο και υπομονή.
Αυτό το χωράφι μάς έθρεψε για χρόνια, κι εμείς το θρέψαμε με τον κόπο μας. Κι όταν πέρασαν τα χρόνια και οι τέσσερις κόρες του έφυγαν σαν πουλιά, εκείνος συνέχισε. Φύτευε λάχανα, κουνουπίδια, πράσα, πάντα με την ίδια φροντίδα, έχοντας δίπλα του την κυρά του,τη Φωτούλα . Γιατί η «Πρώτη» του έδινε ακόμα το εισόδημά του, όπως έκανε από τότε που ο δικός του πατέρας, πρόσφυγας από την Πατρίδα, την πήρε στα χέρια του σαν δώρο και σαν ευθύνη.
Τώρα περνάω από εκεί και βλέπω τη γη έρημη. Είναι σπαρμένη με σιτάρι, και για λίγους μήνες πρασινίζει. Μα το καλοκαίρι, που άλλοτε έσφυζε από ζωή, δεν μένουν παρά ξεραμένες καλαμιές. Σταμάτησε η ενέργειά της, η πρασινάδα της, από τότε που έφυγε ο νοικοκύρης της. Εκείνος της έδωσε τα πάντα, κι εκείνη του τα ανταπέδωσε. Μα έμεινε μόνη, χωρίς τα χέρια που τη φρόντιζαν, χωρίς τον άνθρωπο που τη ζωντάνευε.
Η “Πρώτη” ήταν ένας ευλογημένος τόπος. Γιατί κράτησε μέσα του όλη την αγάπη ,τον ιδρώτα ,τον αγώνα μιας οικογένειας . Ένα κομμάτι γης που μόνο με τους ανθρώπους μπορούσε να ανθίσει. Και τώρα που έμεινε μόνη, σωπαίνει, σαν να θρηνεί τον νοικοκύρη της. Γιατί η γη, όπως κι οι άνθρωποι, ζει μόνο όταν κάποιος την αγαπά !
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2025