Η Ευδοξία της Πιστευής
Την έλεγαν Ευδοξία Δημητριάδου Μπόσκογλου ή Μπόσκου ήταν το πατρικό της. Μα οι πιο παλιοί στο χωριό τη φώναζαν αλλιώς, η Ευδοξία της Πιστευής. Όχι για να την διακρίνουν, αλλά για να την τιμήσουν. Γιατί στο όνομά της ακουγόταν η ηχώ μιας άλλης γυναίκας, της μάνας της, της Πιστευής. Της γυναίκας που είχε περάσει τη θάλασσα με τα παιδιά σφιχταγκαλιασμένα, με τα κλειδιά του σπιτιού της στον κόρφο της και μια φούχτα χώμα της Ανατολικής Θράκης ραμμένη σε ένα μικρό πουγκί .
Η Ευδοξία γεννήθηκε εκεί στο Άκαλαν της Τσατάλτζας και όταν ήρθε η προσφυγιά ήταν δέκα χρονών , κοριτσάκι ακόμα με βλέμμα γεμάτο απορία . Μεγάλωσε στη Νέα Δήμητρα και έζησε με αξιοπρέπεια. Μιλούσε λίγο, χαμογελούσε περισσότερο και τα χέρια της μύριζαν πάντα σαπούνι πράσινο και βασιλικό. Μεγάλωσε μέσα στις προσφυγικές αυλές, εκεί όπου η ξυλόσομπα έσβηνε γρήγορα και η σούπα μοιραζόταν δίκαια και μάθαινε από μικρή πως η ανάγκη σε δένει σφιχτά με τους γείτονες .
Όταν παντρεύτηκε τον Χαράλαμπο, τον καροποιό, δεν πήρε μαζί της ούτε ρούχα καινούργια, ούτε λίρες. Πήρε μονάχα την προσευχή της Πιστευής και μια στάμνα της γιαγιάς της ,που είχε έρθει από την Πατρίδα.
Στο νέο τους σπίτι στη Νέα Δήμητρα, η Ευδοξία ρίζωσε αθόρυβα. Έραβε, ζύμωνε, σκούπιζε, κεντούσε, αγκάλιαζε ορφανά και συγγενείς πονεμένους.
Κι όμως, κάτω απ’ το τσεμπέρι της έκαιγε πάντα η φλόγα εκείνης της πρώτης μνήμης. Ένα παράθυρο με θέα τα κτήματα στο Άκαλαν. Μια αυλή που χάθηκε. Ένα πηγάδι που έμεινε χωρίς νερό.
Η μάνα της, η Πιστευή , έφυγε πολύ νωρίς στη νέα πατρίδα ,δύο χρόνια μετά την εγκατάσταση , το 1926 . Ήσυχα , όπως έζησε . Τη μέρα που έφυγε απ’ τον κόσμο, η Ευδοξία δεν μίλησε , μόνο έκλαψε . Πήρε την εικόνα της Παναγίας και την έβαλε πάνω απ’ το κρεβάτι της, εκεί που κάθε πρωί γονάτιζε και ψιθύριζε λόγια που δε θα έγραφε ποτέ κανένα βιβλίο. Γιατί η Ευδοξία δεν ήξερε από λόγια μεγάλα , ήξερε από εκείνα που φυτεύονται βαθιά μέσα στην καρδιά .
Η Ευδοξία της Πιστευής ήταν από τις γυναίκες που έζησαν τον πόνο χωρίς να τον διαλαλήσουν. Έθαψε τη μάνα της νωρίς, σαν να ξεριζώθηκε για δεύτερη φορά. Έχασε τον αδελφό της τον Γιάννη και σε τρία χρόνια την γυναίκα του την Κατερίνα . Έχασε την Κική, την αδερφή της, χτυπημένη από κεραυνό, κι αμέσως μετά, τον ανιψιό της , το γιο του αδερφού της , από την ίδια μανία του ουρανού, λες και ο Θεός έσκιζε τα σύννεφα με οργή και δοκίμαζε τη δύναμη εκείνων που είχαν ήδη χάσει τόσα.
Κι όμως, δεν γονάτισε. Συνέχισε να ζυμώνει να ζει , να σιωπά. Μέχρι που ήρθε κι η πιο σκληρή πληγή. Ο γιος της, ο Γιάννης, το καμάρι της, έφυγε ξαφνικά σε τροχαίο και τότε για πρώτη φορά την είδαν να λυγίζει. Να κρατά την εικόνα της Παναγίας και να τη σφίγγει στο στήθος, όχι πια με ελπίδα αλλά με ένα βουβό “γιατί”.
Η Ευδοξία όμως ήταν φτιαγμένη από τη στόφα των προσφύγων που ήξεραν να σηκώνουν το σταυρό τους και να συνεχίζουν. Έγινε ο κορμός που άντεχε ακόμη και όταν όλα έσπαγαν γύρω της.
Έμεινε έτσι, μια σιγανή φλόγα, που φώτιζε χωρίς να καίει. Στο σπίτι της, η απώλεια είχε πρόσωπα, αλλά και η πίστη είχε ρίζες. Το καντήλι της δεν έσβησε ποτέ. Έφτασε να γίνει σύμβολο της καρτερίας, της μνήμης, της γυναίκας που δε νικήθηκε.
Σήμερα, το όνομά της περπατά σιγά στους διαδρόμους της μνήμης. Όχι σαν κραυγή, αλλά σαν ψίθυρος .
Γιατί η Ευδοξία της Πιστευής δεν ήταν μονάχα μια γυναίκα της Νέας Δήμητρας. Ήταν όλες οι γυναίκες που πέρασαν θάλασσες, θρήνους και χρόνους, κι άφησαν πίσω τους φως.
Χωρίς να το καταλάβει ποτέ της , έγινε γέφυρα ανάμεσα σε δύο πατρίδες. Ανάμεσα στην πατρίδα που χάθηκε και στη δεύτερη ,αυτή που τη δέχτηκε. Έγινε η ρίζα κάτω από το χώμα και η μνήμη που σιγοκαίει σε κάθε σπίτι της Νέας Δήμητρας.
Γιατί η Ευδοξία της Πιστευής ήταν Πατρίδα.
Η Ευδοξία της Πιστευής δεν έγραψε βιβλία. Κι όμως, η ζωή της ήταν ένα άγραφο ευαγγέλιο , από εκείνα που διαβάζονται σιωπηλά μεγαλωνε το εγγόνι της
Τα παιδιά και τα εγγόνια της μεγάλωσαν μέσα στη θαλπωρή της παρουσίας της, σ’ ένα σπίτι όπου η ευλογία δεν ερχόταν από τα πολλά, αλλά από τα αληθινά. Από τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού, από το σιδερωμένο τραπεζομάντιλο της Κυριακής, από την εικόνα της Παναγίας που έλαμπε ψηλά στον τοίχο. Από τη ματιά της που ήξερε πότε να μιλήσει και πότε να σωπάσει.
Κάθε φορά που ανάβει ένα καντήλι στο όνομά της, ανάβει μαζί κι η μνήμη , όχι μόνο της ίδιας, αλλά και όλων εκείνων των γυναικών που ήρθαν κυνηγημένες, με τα παιδιά στα χέρια και την Πατρίδα στα μάτια. Και που χωρίς να το φωνάξουν, ξανάχτισαν τον κόσμο.