Η γιαγιά Φωτίκα
( Γρηγοριάδου): Η Μάγισσα της Παιδικής μου Ηλικίας .
«Μαμά ! μαμά ! « Φώναξα με τα μάτια γεμάτα ανησυχία.
«Πάλι ήρθε η μάγισσα στον ύπνο μου ! Η μαμά μου με κοίταξε απορημένη .
«Πουλάκι μου, τι είναι αυτά που λές ! ‘
«Μαμά ,βλέπω στο όνειρό μου την γιαγιά μάγισσα ! « Ανάμεσα στα δάκρυα και τους αναστεναγμούς , η φαντασία μου πλημμύριζε με εφιάλτες που έμοιαζαν με σκηνές από παραμύθια .
«Και ποια είναι αυτή ;»
«Δεν τής φανέρωνα ποτέ ! «
Το κρατούσα μυστικό, όλες οι σκέψεις τριγυρνούσαν στο παιδικό μου μυαλό σαν αστραπές και το βράδυ γινόταν εφιάλτες !
Με το τσίγκινο κουβαδάκι στο χέρι πήγαινα στην γιαγιά Φωτίκα.
Η μαμά μου με έστελνε να πάρω γάλα καθώς οι αγελάδες μας εκείνη την χρονιά είχαν αρρωστήσει .
Η γιαγιά Φωτίκα είχε αγελάδες και βουβάλες και πουλούσε το γάλα τους στους χωριανούς .
Στο κουβαδάκι , η μαμά μου πάντα έβαζε λίγο νερό ,ένα παλιό έθιμο που το κρατούσαν για να έχουν αφθονία τα ζώα !
Η επίσκεψη αυτή γινόταν πάντα μετά το άρμεγμα μόλις που σουρούπωνε !
Το σπίτι τής κυρά -Φωτίκας ήταν γειτονικό με της θείας μου Ελενιώς , ένα ψηλό σπίτι που φαινόταν να χάνεται ανάμεσα στα δέντρα.
Μόλις έφτανα, κατέβαινα την κατηφορίτσα και χαιρετούσα τον παππού Γοργόρ,τον άνδρα της , που ήταν κοντά στην βρύση, με το πρόσωπό του χαραγμένο από τις ρυτίδες του χρόνου .
Ανεβαινοντας τα ξύλινα σκαλιά , φώναξα από έξω με το γεμάτο θάρρος παιδικό μου λαρύγγι :
Γιαγιά , γιαγιά, άμια ( θεία ) Φωτίκα ! Το ηχηρό άνοιγμα της βαριάς ξύλινης πόρτας αποκάλυψε μπροστά μου μια κοντή γριούλα , ντυμένη στα μαύρα με ένα τσεμπέρι στο κεφάλι της.
Φορούσε χοντρά γυαλιά, που τα κρατούσε ένα σχοινάκι .
Οι γάτες της , μαύρες και νωχελικές , τριγυρνούσαν γύρω της ,στριφογυρίζοντας τις ουρές τους , δημιουργώντας έναν χορό που με γοήτευε και ταυτόχρονα με τρόμαζε !
Χωρίς να μου μιλήσει , πήρε το κουβαδάκι μου και στράφηκε στον πάγκο της . Αγωνιώντας, έριξα μια γρήγορη ματιά γύρω στο δωμάτιο βλέποντας τα πάντα , χωρίς να κλείσω τα βλέφαρά μου.
Το ξύλινο πάτωμα ,η μεγάλη μιντέρα κοντά στο μεγάλο παράθυρο , ένα έπιπλο σκούρο με μια από πάνω ,μια καράφα με νερό και το ρολόι που ακουγόταν σαν να μετρούσε τον χρόνο της ζωής μου , όλα με γέμιζαν με περίεργα και φόβο .
Σακουλάκια με βότανα κρέμονταν στους τοίχους ,μαζί με σκόρδο και πιπεριές .
«’Αααα ,σίγουρα είναι μάγισσα ! « Σκέφτηκα τρομαγμένη.
Μόλις έκανα αυτή την σκέψη, άρχισα να φοβάμαι περισσότερο !
Βλέπω τα ράφια τής μικρής της κουζίνας και είμαι σίγουρη, ότι εκεί έχει κρυμμένα τα μαγικά της φίλτρα !
Η σόμπα αναβε και ακουγόταν ο θόρυβος από το κάψιμο των ξύλων.
Σίγουρα εκεί πάνω στον τεντζερέ ,έβραζε και ετοίμαζε τα βότανα ! Όλα αυτά γέμιζαν το μυαλό μου με εικόνες από μαγικά φίλτρα και σκοτεινές δυνάμεις.
*Πόσες μαγικές δυνάμεις έχει,άραγε ; Αναρωτήθηκα, πασχίζοντας να διώξω τις κακές σκέψεις.
«Αχ…άς τελειώσει γρήγορα ,να μου δώσει το γάλα. «
Η γιαγιά γύρισε γρήγορα προς το μέρος μου και μού έδωσε το μικρό γκιουμάκι.
«Πρόσεχε ! μού είπε με την βραχνή της φωνή .
Όταν την κοίταξα καλά διαπίστωσα ότι ναι , έμοιαζε με μάγισσα κάτω από το αχνό φώς της λάμπας. Φορούσε μακριά φούστα που δεν φαινόταν τα πόδια της και στο πηγούνι της είδα τρίχες που με έκαναν να νοιώθω ακόμη πιο ανήσυχη .
«Σίγουρα κάτω από την φουστάρα της κρύβει τα παιδιά που κλέβει « Σκέφτηκα .
Στον γυρισμό οι κακές σκέψεις γίνονταν όλο και πιο έντονες . Σίγουρα κλέβει παιδιά και τα βασανίζει ! Το γάλα το έπαιρνε από τις αγελάδες ή είχε μυστική βρύση που έτρεχε γάλα ! Έφτασα στο σπίτι μας και η καρδιά μου χτύπαγε ακόμη από φόβο .
Δεν είπα τίποτε στην μαμά μου. Την επόμενη φορά ζήτησα να έρθει μαζί μου και η μεγάλη μου αδελφή , η Νούλα .
‘Όταν τής αποκάλυψα τούς φόβους μου, προσπαθούσε να με καθησυχάσει! Εγώ όμως δεν άλλαζα γνώμη .
Είχα πολλές εικόνες ,που με έκαναν να πιστεύω τις μαγικές δυνάμεις τής γιαγιάς Φωτίκας.
Ο καιρός περνούσε κι εγώ σε κάθε επίσκεψη, στην γιαγιά Μάγισσα, ανακάλυπτα καινούργια πράγματα .Η φαντασία μου έτρεχε πάντα .
Τις Κυριακές πάντα πηγαίναμε στην εκκλησία και ενώ ήμουν αφηρημένη και έβλεπα τις εικόνες, από το βλέμμα μου περνάει η φιγούρα τής γριάς μάγισσας !
« Άχ ,έρχονται οι μάγισσες στην εκκλησία ; « Ποια δουλειά έχει εδώ ! Ποιος να ξέρει τι σατανικό έχει στο μυαλό της.
Βγαίνω έξω και περιμένω με αγωνία την απόλυση τής εκκλησίας.
Όταν είδα την μαμά μου έτρεξα κοντά της και της είπα γρήγορα όλα αυτά που τριβίλιζαν το παιδικό μου μυαλό !
Εκείνη με αγκάλιασε και με οδήγησε κοντά στην ανακατώστρα τής φαντασίας μου.
Τότε , είδα μια καλοκάγαθη γιαγιούλα , που μας καλημέρισε και χάϊδεψε στο κεφάλι μου.
Το φώς τής ημέρας διέλυσε όλα τα αποκυήματα τής παιδικής φαντασίας μου , φέρνοντας την ηρεμία και την ζεστασιά της πραγματικότητας.
Στην θέση των φοβερών εικόνων , αναδύεται η φιγούρα της γιαγιάς Φωτίκας ,που , αντί να τρομάζει , εμπνέει εμπιστοσύνη και αγάπη .
Έτσι η γιαγιά Φωτίκα μένει πλέον στην μνήμη μου όχι ώς μάγισσα αλλά ως μία τρυφερή γιαγιά με ανθρώπινη ζεστασιά !
Στην μνήμη της γιαγιάς Φωτίκας ,κόρης του Βασίλη και της Βασιλικής , που ήρθε πρόσφυγας από το Όκλαλι τής Τσατάλτζας τής Νομαρχίας Κωνσταντινούπολης της Ανατολικής Θράκης . Ήταν παντρεμένη με τον Γρηγόρη Γρηγοριάδη τον γιό του Ζώτου και τής Ζωής , από το ίδιο χωριό , έζησαν και πέθαναν στην Νέα Δήμητρα .
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2022