Η Γιαγιά μου η Τσάκαινα  : Ρίζες και Παράδοση  

Η Γιαγιά μου η Τσάκαινα  : Ρίζες και Παράδοση  

Την έλεγαν Κερανιώ, αλλά στο χωριό τη φώναζαν όλοι  Τσάκαινα, όνομα που ακολουθούσε το παρατσούκλι  του άνδρα της Νικόλα ,του Τσάκου . Γεννήθηκε το 1890 στο Όκλαλι της Τσατάλτζας της Νομαρχίας Κωνσταντινούπολης της Ανατολικής Θράκης,τότε που ο ουρανός της πατρίδας της ήταν ακόμα γεμάτος παιδικές φωνές .   

Το όνομά της ήταν δανεικό . Το πήρε από την πεθαμένη αδελφη της μάνας της ,μια ψυχή που χάθηκε νωρίς ,σαν τις πολλές που έμελλε να χαθούν αργότερα στον ξεριζωμό . Οι γονείς της ,η Μαργιόρα Αναστασιάδου και ο Αναστάσης Στεργιάδης ,έκαναν ότι μπορούσαν για να μεγαλώσουν τα δύο κορίτσια  τους ,την Κερανιώ και την Σμαραγδή. Ο θάνατος ,όμως πρόλαβε τον πατέρα ,αφήνοντας τη Μαργιόρα μόνη  να παλέψει . 

 Στο Όκλαλι , η Κερανιώ , παντρεύτηκε τον Νικόλα Τσιφτσόγλου,τον γιό του Στρατή και της Ελένης . Η αδελφή της,  η Σμαραγδή , παντρεύτηκε τον Διαμαντή Καλφόπουλο. 

Η Κερανιώ πρόλαβε να γεννήσει την πρώτη της κόρη ,τη Μαρία ,πριν έρθει η φουρτούνα. Το 1924 ,όταν η Ανταλλαγή των Πληθυσμών έγινε μοίρα αναπόφευκτη ,οι δρόμοι γέμισαν πρόσφυγες . Ανάμεσά τους και η γιαγιά μου ,με τον Νικόλα και τη μικρή  τετράχρονη Μαρία να κρατιέται από το φουστάνι της .  Μαζί τους ήταν και η μαμά της η Μαργιόρα .  

Ο ανδρας  ο Νικόλας , με το παρατσούκλι Τσάκος , εκτός που ασχολούνταν με την γεωργία πήγαινε με το κάρο στην Πόλη και δούλευε  και σε φούρνο . Έτσι πρόσφερε  τα απαραίτητα στην οικογένειά του.   

 Εκεί στην Πατρίδα μόλις είχαν  βάλει σε σειρά τις δουλειές τους και την οικογένειά τους  ήρθε ο Ξεσηκωμός και η Ανταλλαγή . Ήταν η εποχή που τα Βαλκάνια σείονταν από τις φουρτούνες της Ιστορίας και η Κερανιώ , η γιαγιά μου , έζησς  και τον  ξεριζωμό από τα μέρη τους . Η Κερανιώ είδε το σπίτι της να φεύγει πίσω της, όπως έφευγαν  τα όνειρά της και οι άνθρωποί της . 

 Έτσι μαζί με όλους πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς  και αφού έφτασαν  μετά από ταλαιπωρίες  στον νέο τόπο που αργότερα θα τον ονόμαζαν Νέα  Δήμητρα  έμειναν στα αντίσκηνα πάνω από την σημερινή θέση «γήπεδο» του χωριού μας .  Η  Πατρίδα έγινε ένα μακρινό όνειρο και η Νέα Δήμητρα, το νέο τους χωριό , μεταμορφώθηκε σε φάρο για να πιάσουν λιμάνι στις ατέλειωτες φουρτούνες. Της έμεινε μόνο το βλέμμα της γυρισμένο πίσω κι ας συνέχισε να παλεύει στον καινούργιο τόπο . 

Εκεί στην θέση με τα λασπωμένα αντίσκηνα  έμειναν αρκετό καιρό και περίμεναν να   τακτοποιηθούν στα σπίτια που τους παραχώρησε η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων με τον Εποικισμό . Το σπιτάκια τους ήταν ανάλογα με τα μέλη της οικογένειάς τους . 

 Η Κερανιώ και ο Νικόλας απέκτησαν το 1925 ακόμα ένα κορίτσι την Περιστέρα , το 1930 την Βασιλική και το 1933 το πολυπόθητο αγόρι τον Αναστάσιο , τον Τάσο .   

 Μετά από την δύσκολη περίοδο προσαρμογής στην νέα πραγματικότητα , η Τσάκαινα , όπως και πολλές γυναίκες του χωριού πάσχιζαν πολύ με εργατικότητα για την πρόοδο του σπιτιού τους. Αφού άρχισαν να τακτοποιούνται και να βελτιώνεται το νοικοκυριό τους άρχισαν τα προβλήματα που προκύπτουν από την πορεία των παιδιών .  

Έζησε την φτώχεια , την χηρεία της μιας κόρης της  και την ορφάνια των δύο εγγονών της , τον χωρισμό της άλλης κόρης της  μετά από   πολυετή αρραβώνα και τον θάνατο του άνδρα της σε νέα  ηλικία . Όταν ο Νικόλας έφυγε , εκείνη έμεινε να κουβαλήσει στις πλάτες της ολόκληρο το σπίτι . Έτσι έμεινε  η προστάτης της οικογένειας με την μικρότερη κόρη της σε ηλικία  είκοσι  δύο χρονών και τον μικρό γιό της σε ηλικία δεκαεννιά χρόνων .  Η γιαγιά μου η Τσάκαινα αγωνιζόταν πολύ και τα παιδιά της ακολούθησαν με την σειρά τους τον δρόμο που τους χάραζε η μοίρα και η ζωή . 

Για εμάς ήταν η γιαγιά του σπιτιού ,η γιαγιά που ήταν  μέλος της οικογένειάς μας , η γιαγιά μας η Κερανιώ που  ο γιός της Τάσος , ο μπαμπάς μου,  χωρίς σκέψη έδωσε το όνομα της στο πρώτο του κορίτσι .  Η οικογένεια  που μεγαλώναμε ήταν μητριαρχική από την επιρροή της αυστηρής γιαγιάς μας . Μας φρόντιζε , μας «έλουζε» με τον μαστραπά με το γάλα  αν δεν το  πίναμε  και φώναζε αν δεν τρώγαμε  την φέτα με το βούτυρο . Αν αρνιόμασταν  να πιούμε το γάλα  μας έλεγε πως θα σπάσουν  τα κόκκαλά μας .  

Την θυμάμαι με την αυστηρή της μάτια  ανασκουμπωμένη με το φουστάνι της σφιγμένο στην μέση της και το μαντήλι μαύρο πάντα στο κεφάλι για να τιμάει την μνήμη του άνδρα της  , να φτιάχνει πολίτικα  ωραία αρωματικά  φαγητά , με μπόλικο λάδι και μυρωδικά και όλο το σπίτι μοσχοβολούσε Πατρίδα.  

  Στην σόμπα με τα ξύλα μας κρατούσε ζεστές τον χειμώνα  και εκεί πάνω έφτιαχνε το φαγητό της . Στον παχύ ίσκιο της ασκαμνιάς, μας κρατούσε δροσερές το καλοκαίρι, τότε που,  η Νέα Δήμητρα,  γινόταν καμίνι .  

Τα μαλλιά της δεν τα έκοβε ποτέ και τα είχε κοτσίδες γυρισμένες στο κεφάλι της .  Δεν την θυμάμαι με ωραία φουστάνια , ούτε με κολιέ , ούτε τακούνια , ούτε σκουλαρίκια . Θυμάμαι όμως την ημέρα κάτω από την  βερυκοκκιά   που μας τρύπησε τα αυτιά μας τις  τρείς   πρώτες αδελφούλες για να μας περάσει  σκουλαρίκια .  Δεν υπήρχε περίπτωση να αρνηθούμε γιατί η γιαγιά μας ήταν πολύ αυστηρή και μας άρεσε παρά τον πόνο,  ότι θα βάζαμε σκουλαρίκια .  Έτσι η γιαγιά μας έκαψε  στην φωτιά μια μεγάλη σακοράφα  και την έμπηξε στον λοβό του αυτιού μας . Περνούσε  την κλωστή  στα αυτιά και την έδενε . Για αρκετές μέρες ήμασταν με τα σκουλαρίκια – κλωστές και έτρεχε το πύον . Μετά  τα καθάρισε και ήρθε η ώρα για τα αληθινά σκουλαρίκια . Θυμάμαι τα σχέδιά τους , της αδελφής μου Κερανιώς ήταν  λουλουδάκια με γυαλιστερή πέτρα , της Δάφνης ήταν με  γαλάζια πετρούλα και τα δικά μου ήταν μισοφέγγαρα .Τότε καταλάβαμε  ότι η γιαγιά μας ότι έκανε και ήταν αυστηρή το έκανε  για το  καλό  μας .    

  Η γιαγιά μου η Τσάκαινα  επίσης ήταν πολύ «σουρτούκω «, αυτό το χάρισμα το πήρα εγώ η εγγονή της . Που σημαίνει ότι της άρεσε να επισκέπτεται τα σπίτια  του χωριού και την καλούσαν για βοήθεια στο «διάσιμο» του  αργαλειού γιατί ήταν καλή διάστρα δηλαδή μπορούσε να  ετοιμάζει  τα νήματα  για τον αργαλειό .Επίσης έστηνε αργαλειό πολύ γρήγορα. Η γιαγιά μου η Τσάκαινα δεν ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα.  Ήταν μια ακούραστη  εργάτρια. 

Πολύ δεξιοτέχνης ήταν στην Παρασκευή των κοπριών , που είχε πάντα βοηθό την αδελφή μου Κερανιώ που  τις ανακάτευαν με το άχυρο και τις κολλούσαν στον τοίχο του αχυρώνα , όπως έκαναν όλοι στο χωριό .  Δεν προλάβαινε η αγελάδα να κοπρίσει και έτρεχαν με το σκουπάκι και τον ντενεκέ να μαζέψουν το πολύτιμο υλικό .  Έτσι εξασφάλιζε πάντα καύσιμη ύλη για τα καζάνια με το ζεστό νερό για τις μπουγάδες.   

Δεν ήταν μόνο η δουλειά της στο σπίτι . Ήταν και πρακτική μαμή , έτρεχε σε  γέννες , «χτυπούσε «  βεντούζες στους άρρωστους  και έκανε εντριβές .  

 Η γιαγιά μου η Τσάκαινα ήταν τόσο δυναμική γυναίκα που μια  βραδιά έπνιξε μια αλεπού μέσα στο κουμάσς ,στο κοτέτσι . Η αλεπού έμπαινε στο κουμάσς και κατασπάραζε  τις κότες της  . 

Ένα βράδυ η γιαγιά μ’ η Τσάκαινα  «φύλαε», παραφύλαγε , κρυμμένη δίπλα στο κουμάσς. Οι κότες κακάριζαν και ξελαγιάζονταν .  Η αλεπού τις έπιανε και τις «πίνηγε»! Τότε η Τσάκαινα μπαίνν μεσ’ το κουμάσς και κλειδώνν την πόρτα . Απέναντι η αλεπού και η Τσάκαινα !   «Θα σε σιάξω εγώ τη γούνα σ’ ! « Εμέν (αμέσως) την πιάνν  και την στρίββ τη γκούσσα  τ’ς ! Η αλεπού τα κακάρωσε .  Η γιαγιά μ’ η Τσάκαινα δεν φοβήθκε  ντιπ .  

«Ακούς εκεί να με κάμνεις εσύ ζημιά κάθε βράδ!  Έχασα τις όρνιθές μου,  πάν’ και τ’ αυγουλάκια μ’ ! Το φαγί των παιδιών μου δεν θα το φάει αυτή «.   Και έτσι την ξέκανε .   Ήταν ατρόμητη σε όλα . Κανείς δεν μπορούσε να φάει από το ψωμί της οικογένειάς της , ούτε να την φοβίσει γιατί με τον τρόπο της , εκείνη ήταν έτοιμη να νικήσει . Η γιαγιά  μου δεν φοβόταν τίποτα . Ούτε άνθρωπο ούτε θεριό . 

 Εκτός από την τάξη στο σπιτικό της ήθελε να βάλει τάξη και στην αυλή της στα ζωντανά .  Είχε έναν κόκορα που δεν λαλούσε το πρωινό για να τους ξυπνάει ,τον έσφαξε και τον έκανε φαγητό  κρεμμυδάτο . Αφού δεν είχε θέση στο κοτέτσι της,  είχε αλλού …στον τεντζερέ της !  

 Όποιος μανάβης πέρναγε  η γιαγιά μ’ η Τσάκαινα ήταν πρώτη στο κάρο δίπλα να «ψουνίσς» .   Όπως ψούνιζε με την  άμια Βασώ και την άμια Θεανώ ο  Καστανιώτς μανάβς διαλαλούσε την πραμάτεια τ’ , τις ντομάτες  και τ’ αγγουράκια  τ ‘ με τρόπο γεμάτο υπονοούμενα . Τότε η γιαγιά μ ‘ η Τσάκαινα πιάνει τ’αγγούρια τ’ και τις ντομάτες και τ’ αναποδογυρίζ .  Ο Καστανιώτς μανάβς   όπου φύγει φύγει και δεν ξαναπέρασε απ ‘τον δρόμο της Τσάκαινας.  Δεν μπορούσε κανένας να την προσβάλλει και υποστήριζε πάντα τους  αδύναμους με την δικαιοσύνη της και την φιλευσπλαχνία της. 

Η γιαγιά  μου ήταν η πρώτη καλεσμένη σε γάμους , μνημόσυνα ,κηδείες . Ηταν η ψυχή της προετοιμασίας  και την καλούσαν για βοήθεια στην Παρασκευή τραχανάδων και  ιφκάδων , των παραδοσιακών  μας ζυμαρικών . Της άρεσε αυτή η βοήθεια που πρόσφερε.  

Μαζί της, πάντα,  ήμουν εγώ η εγγονή της,  η Ελένη, που μου έδωσε πεισματικά το όνομα της πεθεράς της, ενώ κανονικά έπρεπε να έχω το όνομα της συμπεθέρας της Δαφνιώς , της μάνας της νύφης της Φωτούλας . Αλλά ήταν αυτή που είχε τον πρώτο  λόγο στα ονόματα των εγγονών της .  

Το τρίτο κορίτσι του γιού της, αφού έδειξε τον θυμό της η  νύφη της Φωτούλα και παρακάλεσε τις κόρες της να την ορμηνέψουν ,το έβαλαν  τελικά Δάφνη . Ίσως φοβόταν και την κοινωνική κατακραυγή .   

 Στο τέταρτο κορίτσι του γιού της όταν έμαθε το μαντάτο λιποθύμησε γιατί δεν γέννησε η νύφη αγόρι , για να μπει το όνομα του άνδρα της Νικόλα .Φυσικά με την δοξασία της εποχής  η γυναίκα έφταιγε  για το φύλο του παιδιού .  Και πόσες γυναίκες τότε λοιδωρήθηκαν ,αλλά  περνώντας τα χρόνια η επιστήμη απέδειξε το αντίθετο.  

Και μετά την λιποθυμία της Τσάκαινας  για το τέταρτο κορίτσι –  γραμμάτιο του γιού της όπως έλεγε , σηκώθηκε πάνω και έψαχνε  νουνά και όνομα  για  αυτό .  

Νουνά η πρώτη της ξαδέλφη , η Αθηναία η Νότα και το όνομα Παναγιώτα , Νότα .  Στην βάφτιση  και στα τραπέζια τον πρώτο λόγο όπως πάντα είχε η Τσάκαινα.  

 Παντού τον πρώτο λόγο είχε η Τσάκαινα και όλοι την σέβονταν και την φοβόταν .  Στην εκκλησία ήταν αυτή που επέβαλε  την τάξη . ‘Όλα τα κορίτσια και οι γυναίκες  την φοβόντουσαν γιατί φώναζε : «γκουντουρντισμένα , γιατί κάντε φασαρία , εδώ είναι εκκλησία ! « Έτσι και ήταν η Τσάκαινα στην εκκλησία επικρατούσε απόλυτη ησυχία . Η γιαγιά μου δεν ήταν θρησκόληπτη αλλά ήταν  θρησκευόμενη . Πήγαινε τακτικά  στην εκκλησία , έπαιρνε αντίδωρο και μεταλάμβανε . 

  Θυμάμαι που μας έβαζε στην σειρά για να πάρουμε κόλλυβα στην εκκλησία  με το μαντηλάκι μας  , που τα είχαν αδειάσει  σε μια μεγάλη ξύλινη  σκάφη . Τα μοίραζε η άμια Θεοδοσία και η γιαγιά μου η  Τσάκαινα τηρούσε την τάξη . Η γιαγιά μου προκαλούσε τρόμο στις νέες με τις φωνές της στην εκκλησία και ακόμα κάποιες την θυμούνται .  

 Θυμάμαι που ανεβαίναμε τότε στον γυναικωνίτη και  όλοι  κουβέντιαζαν .Όταν γινόταν  οχλαγωγία τότε  άκουγες  την διαπεραστική φωνή  της γιαγιάς μου  Τσάκαινας ! «Ησυχίαααα !  Ταραμένα  (μάλλον η λέξη καταραμένα ! )» . 

Ήταν θεματοφύλακας της ηθικής όχι γιατί ήταν τυφλά θρησκευόμενη , μα γιατί πίστευε σε κάτι μεγαλύτερο από την ίδια . 

Η γιαγιά μου η Τσάκαινα δεν ήταν πολύ τρυφερή μαζί μας γιατί  πίστευε ότι έτσι πρέπει να μεγαλώνουν τα παιδιά και μάλιστα τα  κορίτσια . Χωρίς πολλά «θάρρητα»  και χαϊδέματα . Με αυστηρότητα και παρατηρήσεις για να είμαστε στον  σωστό δρόμο πάντα . ‘Οπου πηγαίναμε μαζί της ήμασταν σαν τα στρατιωτάκια .Ουαί και τολμούσες να διαμαρτυρηθείς για κάτι.  

Η αυστηρή γιαγιά μας  μας έλεγε παραμύθια με αερικά και νεράιδες του δάσους, όμως όλα περιστρέφονταν γύρω από ηθικούς κανόνες που δεν παρεξέκκλιναν .  Η δε τιμωρία του κακού ήταν αμείλικτη . Τα παραμύθια της τα ζούσε .Με τη βροντερή φωνή της και τις βαριές της  λέξεις ,τα παραμύθια της δεν είχαν περιθώριο για αμφισβήτηση . Το καλό ήταν καλό ,το κακό ήταν κακό .  

Δεν χωρούσε συγχώρεση και στην αφήγησή της χρησιμοποιούσε  βαριές  λέξεις .  

«Τον σκότωσε τον δράκο τον κερατά γιατί  πείραζε τα κορίτσια  στην βρύση ! Καλά να τόνε γένν! « Μέσα από τα παραμύθι της πέρναγε όλα τα μηνύματα για το καλό και το κακό με τον δικό της τρόπο . Και σε μας γονιμοποιούσε  την φαντασία μας . Μάς έδειχνε την αυστηρότητά της χωρίς παρέκκλιση και έτσι ήταν και η στάση της ζωής της .  

Μέσα στα παραμύθια της με τους δράκους και τις νεράιδες μας μιλούσε και για την χαμένη  Πατρίδα της . Το Όκλαλι ,το Κλαλί όπως το έλεγαν τότε ,ζούσε μέσα στις αφηγήσεις  της .Μας έλεγε για τις φίλες της , για τη γυναίκα που την  έμαθε  να στήνει αργαλειό , για τα φαγητά που ετοίμαζαν ,ποια την έμαθε να κάνει τραχανά, γιιφκάδες, ρυζόπιτες και   κολοκυθόπιτες . 

Και πάντα ,κάπου ανάμεσα στις κουβέντες ,έρχονταν και οι μνήμες της προσφυγιάς . Μέσα στις διηγήσεις της  είχε και  τον Ξεσηκωμό,   που άφησαν τα καλούδια τους στο Κλαλί και «ξεδιαλέχτιανε» στην Νέα Δήμητρα.  

 Η γιαγιά μου η Ταάκαινα δεν ήταν μόνο η κεφαλή  της οικογένειας . Ήταν η φρουρός των εθίμων που έφερε από την Πατρίδα σαν πολύτιμα κομμάτια ενός παλιού καιρού. Δεν άφηνε κανένα έθιμο να χαθεί , καμμία γιορτή , κάθε αλλαγή της εποχής, συνοδευόταν από τα δικά της τελετουργικά , που τα τηρούσε με απόλυτη ευλάβεια. 

Όταν αρρωσταίναμε , έτρεχε να μας γιατρέψει με τα δικά της φάρμακα  . Μας έφτιαχνε τσάι χαμομήλι και μας έκανε εντριβές με πετρέλαιο  ή  χτυπούσε βεντούζες για να «γένμ»  καλά . «Να γιάντε»  , όπως έλεγε . 

 Κι εμείς ήμασταν σίγουρες ότι θα «γιάνμε « αφού η γιαγιά μου η Τσάκαινα έδινε τις νοσηλευτικές της  φροντίδες .  Μας αγαπούσε με τον δικό της τρόπο και έλεγε για τα χαρίσματά μας . Μέχρι και για το τι επάγγελμα θα  ακολουθήσουμε είχε γνώμη.  

«Η μεγάλλ (η Κερανιώ) να γένν μια καλή κομμώτρια . Το Λενάκκ (εγώ η Ελένη) να  γένν μια μοδίστρα ! Και όταν πήρε την σύνταξή της αγόρασε και την μηχανή την SINGER για να ράβω .Δεν την ακούσαμε.  Διαλέξαμε άλλους  δρόμους .  Η ραφτική μηχανή έμεινε στο πατρικό μας ,για να θυμίζει και αυτή  την γιαγιά Τσάκαινα , ένα σιωπηλό σύμβολο της θέλησής της .  

   Η γιαγιά μου η  Τσάκαινα  μεγάλωσε δύο ορφανά παιδιά της κόρης της  και ζούσε  και την δική της χηρεία με βάσανα, αλλά τίποτε δεν τη λύγισε .  Έζησε  μέχρι τα 86 χρόνια αλλά τα τελευταία έξη χρόνια της ζωής της τα έζησε στο κρεββάτι με ημιπληγία . Εκείνα τα χρόνια εμείς ζήσαμε την γιαγιά Τσάκαινα στον πόνο της και την απελπισία της πάνω στο κρεββάτι του πόνου χωρίς να μπορεί να περπατήσει και να δραστηριοποιείται . 

Η αεικίνητη γιαγιά μας καθηλώθηκε στο κρεββάτι και σταμάτησε η ζωή της . Ζωντανός θάνατος , που έλεγε και η ίδια . Τι κι αν είχε την φροντίδα και την αγάπη όλων . 

Η ίδια δεν μπορούσε να μαγειρεύει , να προσφέρει , να γυρνάει στις φιλενάδες της .  Έζησε την τεχνολογία όσο ήταν στο κρεβάτι και της έκανε εντύπωση η τηλεόραση  που μιλούσαν μέσα στο κουτί .  «Τι είναι μπρε παιδίμ αυτό το τελερό ! «  

 Όταν μικρά παιδάκια πηγαινοερχόμασταν στο σπίτι και ζητούσαμε την χειροποίητη μερέντα  με ψωμί φώναζε : «Τι πάτε κιέρχεστε  και ολλ την ώρα ρέγγα – ρέγγα φωνάζτε ! « 

Και  πέρασαν τα χρόνια .  Έξη χρόνια από τα 86 της έζησε κατάκοιτη και έκλεισε τα μάτια της . Κι εμείς βλέποντάς την να σβήνει σιγά – σιγά , νιώθαμε την απουσία της, σαν να έσβηνε μια πυξίδα από τη ζωή μας . 

Άφησε  πίσω της το σπιτικό της , τα χωράφια της , τα υπάρχοντά της στην οικογένειά της. Άφησε την φυλλόβεργα κρεμασμένη στον τοίχο στο μικρό της κουζινάκι , τον αργαλειό της , τα κουβάρια , τα μυτάρια και τις σαΐτες .  

Άφησε και την ραφτική μηχανή για μένα . 

Άφησε και τις νταντάνες (είδος τουρκικού  νομίσματος) στην μαμά μου πιστεύοντας ότι έχουν πολύ μεγάλη αξία .  

Μέχρι και για τον θάνατό της άφησε  εντολές. Δεν ήθελε τίποτε στην τύχη  

 «Να με βάλτε το σάββανο που μ’ έφερε ο Αναστασάκος απ’ τα Γεροσόλυμα  και στα εφτά ( χρόνια ) να με βγάλτε ,να με ξεθάψτε  και να πλύνν καλά τα κόκαλα  μ ‘ η Γκουντοσία( η γιαγιά Θεοδοσία)  ( να γίνει δηλαδή εκταφή όπως συνηθιζόταν τότε ) . Να με θάψτε κοντά στον άντρα μ’ τον  Νικόλα . Μην κάντε σασκινιές  και κλαίτε πολύ . Ένα άχ μανούλα μ’  όμως το θέλω ! «  Η γιαγιά μου η Τσάκαινα… μια γυναίκα σύμβολο , μια γυναίκα θυσία και πάθος . Ήταν από εκείνες που πέρασαν ξεριζωμό , φτώχεια ,μα έμειναν ακλόνητες ,ανθεκτικές σαν παλιές πέτρες .  

Η ιστορία της  είναι  πηγή έμπνευσης για εμάς υπενθυμίζοντας την δύναμη της ανθρώπινης επιβίωσης . Μας δίδαξε τι θα πει αντοχή , τι θα πει αφοσίωση, τι θα  πει   δύναμη , μέσα από τις μικρές και μεγάλες ιστορίες της ζωής της . 

 Οι εμπειρίες που βίωσε η γιαγιά μου η Τσάκαινα είναι αυτές που δημιουργούν τις διαφορές μεταξύ των γενεών .  Εκείνες οι γιαγιάδες είναι που αντιμετώπισαν  τον Ξεριζωμό , την φτώχεια ,  τις δυσκολίες , τα οικογενειακά βάρη  με ανθεκτικότητα και ανθρώπινη αξιοπρέπεια .  

Έτσι έγιναν σύμβολα της ζωής αφού στο πρόσωπό τους φαινόταν όλη η δύναμη της ανθρώπινης ψυχής . Πολύτιμη η παρέα τους , η συμβουλή τους , η ύπαρξή  τους .  

 Η γιαγιά μου η Τσάκαινα !  Δεν μας  χάιδευε όλη την ώρα . Αλλά μας χάιδευε  «το πονούμενο «, όταν πέφταμε κάτω και κτυπούσαμε . Μας φρόντιζε με τα δύο της χέρια και πέρναγε όλη την αγάπη της σαν Θεία Κοινωνία . Κάθε φορά που την θυμάμαι ξέρω πως η ζωή της ήταν το μεγαλύτερο παραμύθι που έζησα , κι αυτό το παραμύθι έχει ριζώσει βαθιά μέσα μου , ,σαν κληρονομιά, σαν παράδειγμα που θα κουβαλώ για πάντα .  

Η Ταάκαινα δεν ήταν απλώς μια γυναίκα του χωριού.  Ήταν ένας θρύλος .  

Ατρόμητη, δίκαιη ,ανυποχώρητη . Ένας βράχος ! 

Ελένη Τσιφτσόγλου  

‘Έτος 2024 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή