Η γιαγιά Μελαχρινή και ο φούρνος της αγάπης 

Η γιαγιά Μελαχρινή και ο φούρνος της αγάπης 

Στη Νέα Δήμητρα, ανάμεσα στα χαμηλά σπιτάκια με τις αυλές γεμάτες βασιλικούς και δεντρόγιες , υπήρχε ένας φούρνος που δεν έμοιαζε με τους άλλους. Ήταν ο φούρνος της γιαγιάς Μελαχρινής, μια γωνιά ζεστασιάς και θαλπωρής, όπου το ψωμί δεν πουλιόταν για χρήματα, αλλά ανταλλασσόταν με ένα άλλο καρβέλι, λίγα αυγά, μια χούφτα αλεύρι ή απλώς ένα «ευχαριστώ». 

Απέναντι από το σπίτι της ,σε μια άλλη αυλή όπου η φωτιά δεν έσβηνε ποτέ ,βρισκόταν ο φούρνος της γιαγιάς Πολυξένης. Δύο γυναίκες , δύο φούρνοι και ανάμεσά τους μια γέφυρα συντροφικότητας . Δεν υπήρχε ανταγωνισμός ,μόνο αλληλοστήριξη. Αν τελείωνε το αλεύρι της Μελαχρινής ,η Πολυξένη της έστελνε . Αν η Πολυξένη χρειαζόταν ξύλα , η Μελαχροινή φορτωμένη τα πήγαινε .  

Η Μελαχρινή ήρθε πρόσφυγας στη Νέα Δήμητρα από το Λαζάρκιοΐ της Τσατάλτζας της Ανατολικής Θράκης, κουβαλώντας στην αγκαλιά της το πρώτο της παιδί,τον Ζαφειράκη  και στην καρδιά της την πίκρα της ξενιτιάς. Ο άντρας της, ο Θόδωρος , δεν πρόλαβε να ζήσει τα γεράματά του . Ένα δυστύχημα τον πήρε από κοντά της , αφήνοντάς την μόνη να παλέψει με τον κόσμο. Μα η Μελαχρινή δεν ήταν από αυτές που λύγιζαν. Η Μελαχρινή στη νέα πατρίδα σήκωσε τα μανίκια της ,έβαλε την ποδιά της και έφτιαξε έναν φούρνο, εκεί στην γειτονιά των Μήττα . Με τα χέρια της δυνατά από το ζύμωμα, άναβε κάθε πρωί τον φούρνο της και τον γέμιζε με φραντζόλες ζεστές, αχνιστές, μοσχομυριστές. Ήξερε πως η γειτονιά είχε ανάγκη από ψωμί, αλλά και από συντροφιά. Κι έτσι, δεν έμενε ποτέ μόνη. Πάντα υπήρχε μια γυναίκα να της κρατάει παρέα, να της λέει τα βάσανά της, να γελούν μαζί, να θυμούνται τα παλιά. 

Στην αυλή του φούρνου, ένα πέτρινο πεζούλι γινόταν κάθε απόγευμα τόπος συνάθροισης. Εκεί, η Κυριακιώ του Παπάζουγλου έφερνε το κέφι της, με ιστορίες και χωρατά που έκαναν όλους να γελούν μέχρι δακρύων,ακόμα και στις πιο  δύσκολες μέρες  . Η Μαργιορή έλεγε για τα στημόνια και τα υφάδια της, δουλεύοντας ασταμάτητα στον αργαλειό, υφαίνοντας τις προίκες των κοριτσιών της γειτονιάς. Η Μάρθα,  μάγισσα στα φαγητά ,με τα μαγειρέματά της, έφερνε σουπιερίτσες  γεμάτες  μυρωδάτα φαγητά και οι μυρωδιές ανακατεύονταν με τη ζεστή ευωδιά του ψωμιού. Η Ελένη η Μητακίδου δεν σταματούσε να πλέκει και να προικιώνει τις κόρες της . 

Κι ύστερα ήταν η Ασπασία. Καθόταν στην άκρη του πεζουλιού, με τα μάτια της στραμμένα μακριά, σαν να έβλεπε εκείνο το Αμπαρλί που είχαν αφήσει πίσω τους. Μιλούσε για τα σπίτια τους, για τις αυλές γεμάτες γιασεμιά, για τις επισκέψεις τα καλοκαιρινά βράδια. Και όταν μιλούσε, όλοι σώπαιναν, λες και μέσα στις λέξεις της κρυβόταν η χαμένη πατρίδα τους. 

Οι φούρνοι της γειτονιάς των Μήττα δεν ήταν απλά ένας τόπος δουλειάς. Ήταν ένας τόπος μνήμης, συντροφικότητας και αγάπης. Εκεί γεννιόνταν φιλίες, μοιράζονταν ιστορίες, δάκρυα και γέλια. Και όσο υπήρχε η φωτιά που έκαιγε δυνατή, όσο υπήρχαν χέρια να ζυμώνουν και καρδιές να αγαπούν, κανείς στη γειτονιά των Μήττα δεν θα έμενε μόνος ή νηστικός. 

Κι έτσι περνούσαν τα χρόνια, και οι εποχές άλλαζαν. Μα κάθε αυγή, πριν καλά-καλά ξημερώσει, από τους φούρνους  ξεκινούσε μια ευωδιά που απλωνόταν σε όλο το χωριό.Η γειτονιά ξυπνούσε με την ίδια γνώριμη μυρωδιά .Ήταν το ψωμί τους , το ψωμί της αγάπης, που δεν χρειαζόταν χρήματα για να αγοραστεί, μόνο μια καρδιά έτοιμη να μοιραστεί. 

Η Μελαχροινή ,η Κυριακιώ , η Πολυξένη ,η Μαργιορή κουβάλησαν τις μνήμες τους από το Λαζάρκιοΐ, η Μάρθα από το Τζελέπκιοϊ, η Ελένη και η Ασπασία από το Αμπαρλί . Δεν ήταν μόνο ονόματα , ήταν ζωές γεμάτες ιστορίες  ,που πέρασαν αλλά δεν χάθηκαν . Οι μνήμες τους έμειναν χαραγμένες στα λόγια που άφησαν πίσω , στις συνήθειες που δεν ξέχασε κανείς , στα τραγούδια που ακόμα ψιθυρίζονται τα βράδια . Η Μελαχρινή Μήττα  (1891-1976), η Κυριακιώ Παπαδοπούλου (1907-1994), η Πολυξένη Μήττα (1902-1988),η Μαργιορή Εσκιόγλου  (1913-1978), η Μάρθα Αλεξιάδου (1896-1977), η Ελένη (1882-) και η Ασπασία (1890-1986), χρονολογίες που σημαδεύουν τον χρόνο, αλλά όχι τη λήθη . Βρισκόμαστε στο 2025, όμως η μνήμη της παραμένει ζωντανή. 

Έτος 2025 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή