Η γιαγιά Δοξή
Δίπλα στο σπίτι τού Νατσόπουλου του Σταύρου , είναι ένα οικόπεδο κοντά στην Πλατέα .
Παλιά , όχι πολλα χρόνια πριν ήταν το σπίτι του Αριστείδη Καλφόπουλου και της Δοξής (Ευδοξίας) Καλφοπούλου .
Στην άκρη του σήμερα είναι μια ‘κουμπουλιά’ , σωρός πέτρες , για να θυμίζουν ότι εδώ έζησαν άνθρωποι και πρόκοψαν ! Εμείς βρεθήκαμε εκεί πολλές φορές στην πέτρα της γιαγιάς Δοξής .
Θυμάμαι πόσο πολύ μού άρεσε αυτό το σπιτάκι της γιαγιάς Δοξής και η αποθήκη του , που ήταν χτισμένη με πέτρα .
Το σπίτι ήταν κλασσικό του Εποικισμού, με τα μικρά παραθυράκια στο δρόμο και μια σούδα ( στενό πέρασμα ) ανάμεσα στο σπίτι και στην αποθήκη . Η γιαγιά Δοξή ντυμένη πάντα με τα μαύρα και με τα χοντρά γυαλιά πάνω στο κεφάλι της ήταν μια κοντούλα λεμονιά αλλά πολύ σερπετή δηλαδή γρήγορη .
Η γιαγιά Δοξή ένοιωσε τον πόνο της απώλειας του γιού της Τάσου σε νεαρή ηλικία 37 χρόνων και πίσω από την αυστηρότητά της υπήρχε μια καρδιά τρυφερή και πονεμένη, αφού ένοιωσε και τον πόνο της ξενιτιάς με τα παιδιά της σκορπισμένα μακριά και κάθε καλοκαίρι περίμενε με λαχτάρα τον γυρισμό τους . Θυμάμαι τα καλοκαίρια η αυλή της που γέμιζε με τα παιδιά της και τα εγγόνια της και η γιαγιά ήταν χαρούμενη γιατί για εκείνη ήταν ένα μάζεμα της ψυχής της , ένα κομμάτι που ξαναγύριζε στο σπίτι της .
Τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού, όταν μαζεύονταν οι γειτόνισσες και κάθονταν στο πεζούλι της μπροστά από την αποθήκη , η γιαγιά Δοξή ήταν πάντα εκεί , στη μέση της παρέας . Η κάθε μικρή κίνηση, το κάθε νέο κουτσομπολιό, ήταν στα χέρια της μια ευκαιρία για να πει τη γνώμη της .
‘Έδινε μεγάλη προσοχή στην αμφίεση των
Γυναικών και τις μάλωνε ! Δεν τής άρεσαν τα κοντομάνικα και τα μίνι φορέματα .
Περνούσε ένας πλανόδιος έμπορος κάθε αρχή του καλοκαιριού και πουλούσε ρόμπες ,που ήταν καλοκαιρινά φορεματάκια .
Τις είχε κρεμασμένες στο αμάξι του γύρω – γύρω και οι γυναίκες έτρεχαν να ψωνίσουν .
Συνήθως σταματούσε κοντά στο σπίτι τής θείας Μπουχουρής Νατσοπούλου , δίπλα στης γιαγιάς Δοξής .
Ερχόταν από την γειτονιά η Ελπινιώ , η Ρίτσα του Ζαφειρόπουλου , η Θεανή , η Βασίλω του Τσελεπάκη , η Φωτεινή του Βασιλόπουλου , η Πασχαλιώ του Μαντόπουλου, η Φωτούλα του Τσακάκκ , η γιαγιά Καλλιόπ η Στεργάκαινα και δοκίμαζαν πάνω από τα ρούχα τους , τις ρόμπες .
Οι ρόμπες ήταν λουλουδάτες με μανίκι ή χωρίς μανίκι , με φαρδιά τιράντα .
Μόλις δοκίμαζε κάποια την ρόμπα , η γιαγιά Δοξή έλεγε :
« Μη , μπρέ , Φωτούλα και την πάρ(ει)ς, δεν τη γλέπς , που δεν έχχ μανίκκ!
Να φαίνονται οι αμασχάλες σου ;
Μα , παιδίμ , είναι ντροπή !»
Μόλις δοκίμασε η θεία η Ελπινιώ μια ωραία λουλουδάτη ρόμπα , η γιαγιά Δοξή, είπε πάλι την γνώμη της :
« Μμαααα, τι ‘ναι μαρ’ Ελπινιώ , πολλά κλαδιά έχχ!
Να παίρνετε σοβαρά χρώματα , να κάνα (κανένα) γκριζάτο , κανά ζαχαρί , κάνα λαδί ! «
Ο πλανόδιος ‘ρομπάς ‘ « είδε και απόιδιε « δεν σταμάτησε ξανά στης γιαγιάς Δοξής ,γιατί τού έκοβε την πελατεία με τις στυλιστικές της απόψεις !
Άλλαξε πόστο και σταματούσε στης Μαγδάλως του Παρπαρά !
Αργότερα σταμάτησε να έρχεται και οι ξενιτεμένες κόρες έστελναν τις μανούλες τους, ρομπίτσες όμορφες από την Γερμανία !
Ήθελε παρεούλες η γιαγιά Δοξή και το στέκι στην γειτονιά ήταν το πεζούλι μπροστά στην αποθήκη της ! Ο, τιδήποτε γινόταν στην Πλατέα το σπίτι της γιαγιάς Δοξής ήταν το παρατηρητήριο όλων .
Τρέχαμε να δούμε τι συμβαίνει και η γιαγιά Δοξή ήταν στην καρδιά των γεγονότων !
‘Ένα χράμ (χαλάκι) σε όλο το πεζούλι και έτοιμος ο καναπές ! Είχε και ξύλινα μικρά καρεκλάκια .
‘Έχω ακούσει πολλές παροιμίες από την γιαγιά Δοξή . Πάντα μάς φώναζε , για να τής κάνουμε παρέα και ήταν η επιτομή της σοβαρότητας της αυστηρότητας και της ηθικής !
Ζούσε χρόνια πριν , από τον καιρό της , μάς έκανε παρατηρήσεις για απλά πράγματα και απορούσαμε !
Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να μην την παρεξηγούμε και να χαμογελάμε !
Ακόμη και το να πας στην Πλατέα ήταν επιλήψιμο !
Η γιαγιά Δοξή έλεγε
__ Μα , παιδίμ , τι δουλειά έχ(ει)ς μες στις άντρειδοι ( άνδρες ) .
Ακόμη και ο ταχυδρόμος, θυμάστε τον κυρ- Απόστολο από το Κιλκίς και τον Ανθούλη από το Δαφνοχώρι , που σταματούσαν στο σπίτι της γιαγιάς Δοξής , για να μην πάνε οι γυναίκες στην Πλατέα !
Τότε οι άνθρωποι ήταν αυστηροί και τα ήθη τους ήταν διαφορετικά και έδιναν πολύ σημασία στην αμφίεση και στην συμπεριφορά !
Κι εμείς προσέχαμε πολύ πάντα και έχουμε ακόμα και σήμερα , δικά τους απαγορευτικά ! Τώρα βέβαια αυτά έχουν ξεπεραστεί ! Αλλά οδηγηθήκαμε στο άλλο άκρο !
‘ Αν ζούσε στην σημερινή εποχή , πώς θα ένοιωθε η καημενούλα και πόσα είχαμε να ακούσουμε ! Ίσως να ένοιωθε ξένη και λίγο απογοητευμένη και ίσως θα αισθανόταν ότι έχει «χαθεί « σε έναν κόσμο που τρέχει πιο γρήγορα από εκείνη .
Η γιαγιά Δόξη έφυγε , όμως η μήνη της έμεινε για πάντα ζωντανή στο χωριό . Κάποιοι την μιμήθηκαν , άλλοι της αντιστάθηκαν , μα όλοι την κουβάλησαν στην μνήμη τους !
Η Ευδοξία, Δοξή (1902-1982) ήταν η κόρη του Χριστόδουλου και τής Μαργιορής Τσομπανάκη και ήταν αδελφή του Γκοντίνη (Κωνσταντίνου) Τσομπανάκη ( της Ναζλής ) και αδελφή της Χρυσαφένιας της Νέας Δήμητρας. Η Χρυσαφένια ήταν η μαμά της Κερανιώς Αγγελάκη τής Ουρανίας και τής Μαρίκας.
Η Δοξή παντρεύτηκε με τον Αριστείδη Καλφόπουλο(1889-1972) και ήρθαν πρόσφυγες από το χωριό Όκλαλι τής Τσατάλτζας τής Ανατολικής Θράκης το έτος 1924 με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών σύμφωνα με την Συνθήκη τής Λωζάνης.
Ο Αριστείδης Καλφόπουλος ήταν αδελφός του Χρύσανθου Καλφόπουλου , της Θεανώς Βασιλοπούλου και της Βασώς Τσελεπάκη .Ο Χρύσανθος είναι ο ήρωας του πρώτου βιβλίου από την Τριλογία του χωριανού μας συγγραφέα και ιστορικού Γιώργου Μάνου. Σε αυτό το βιβλίο, αναφέρονται και όλα τα αδέλφια . Η Δοξή με τον Αριστείδη απέκτησαν έξι παιδιά τον Παναγιώτη , τον Χρήστο , τον Βάιο , τον Αλέκο , την Ναυσικά και τον Τάσο . Ο Τάσος πέθανε νέος , αφήνοντας στην γιαγιά Δοξή μια μεγάλη ισόβια πίκρα !
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2024