Η Γερακίνα της Τσάκαινας
Δίπλα στα σπίτια του Εποικισμού ή τα σπίτια που έχτισαν μόνοι τους οι Νεοδημητριώτες , στέκονταν τα μικρά κουζινάκια . Αυτά ήταν βοηθητικοί χώροι και εκεί έκαμναν όλο το «χουσμέτ « του σπιτιού .Ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο ,δίπλα στην είσοδο του σπιτιού από την μεριά της αυλής .
Η γιαγιά μου το βάφτισε Γερακίνα και πήρε το όνομα από το γνωστό τραγούδι της Γερακίνας που έπεσε μέσα στο πηγάδι και πνίγηκε ,αλλά δεν γνωρίζω για ποιόν λόγο έδωσε αυτό το όνομα . Όμως η δικιά μας Γερακίνα δεν είχε πηγάδι , είχε τζάκι και μέσα στη φλόγα του κάθε μέρα γεννιόταν η ζεστασιά του σπιτιού μας .
_»Πάνε στην Γερακίνα και πάρε το μπουκάλλ με το λάδδ ._Φέρε απ’ τη Γερακίνα σπίρτο , οινόπνευμα « . Έτσι έλεγε η γιαγιά μου ,κι εμείς τρέχαμε να υπακούσουμε .
Στην μια πλευρά της Γερακίνας ήταν το τζάκι και η γιαγιά μου μαγείρευε εκεί και στεκόταν με την κουτάλα στα χέρι να ανακατεύει το φαγητό .Τα τζάκια τότε δεν ήταν μόνο για τη θαλπωρή ,αλλά ήταν ολόκληρη η κουζίνα του σπιτιού.
Στους τοίχους κρέμονταν ,»οι ταβάδες» , «τα τεψιά» , σε διάφορα μεγέθη και στην μια άκρη τα κόσκινα , το ξύλινο και το μεταλλικό . Οι τεντζερέδες ήταν πάνω στα ράφια που τα στόλιζαν, με χάρτινη χρωματιστή δαντέλα και δίπλα τους ήταν τα τηγάνια , τα μαυροτήγανα . Επίσης στην σειρά κρεμασμένες ήταν οι χουλιάρες , οι πηρούνες και οι πιάστρες για να πιάνουν τον τεντζερέ .
Σε ένα άλλο ράφι αυτής της βοηθητικής κουζίνας ήταν οι τσίγκινες σουπιέρες, που ήταν βαθειές πιατέλες και τα πιάτα ήταν αραδιασμένα σε ράφια από ξύλο .
Οι μαστραπάδες ,που ήταν τα τσίγκινα ή εμαγιέ φλυτζάνια ήταν στην σειρά . Και οι «τσάσκες « με τα «τσασκάκια» ( φλυτζάνες και φλυτζανάκια ) ήταν αναποδογυρισμένα κοντά τους έτοιμα για τον καφέ . Παρέα τους έκαμναν τα καφέ ιμπρίκια σε διάφορα μεγέθη. Στο ράφι πάνω από το τζάκι ήταν το σιδερένιο «σίδερο» για το σιδέρωμα , το ξύλινο μεγάλο γουδί με το γουδοχέρι και το μεταλλικό γουδί . Στον τοίχο κρέμονταν η λάμπα με το φυτίλι , που λειτουργούσε με το πετρέλαιο και το φανάρι «θυέλλης» .
Στους τοίχους κρέμονταν οι κόκκινες πιπεριές οι «τσούσκες « σε ένα σκοινί σαν μενταγιόν και ήταν δίπλα τους αποξηραμένα σε ματσάκι η ρίγανη , η μαντζουράνα και ο δυόσμος . Επίσης τα κρεμμύδια και τα σκόρδα ήταν πλεγμένα σε πλεξούδες , για να αποξηρανθούν .
Σε ένα κουτί πάνω στο τραπέζι ήταν τα ξερά κουκιά και στα υφασμάτινα τσουβαλάκια ήταν τα φασόλια , οι φακές και η φάβα . Το πλιγούρι ήταν σε άσπρο «τορβά» , σακκούλα και πιο πέρα οι γιφκάδες , οι τραχανάδες και τα κουσκούσια .
Ψηλά πάνω στο τραπέζι ήταν το τσουβάλι με το αλεύρι και δίπλα του ήταν το προζύμι , φυλαγμένο σε ένα κουτί . Κοντά ήταν το τσουβάλι με την ζάχαρη , τα πακετάκια με τις σταφίδες και το μαγειρικό φυτικό λίπος «Φυτίνη «, που έπαιρναν οι μπαμπάδες μας από τον Συνεταιρισμό .Η φυλλόβεργα ήταν πάντα έτοιμη να αναλάβει δράση .
Κάτω ήταν τα πιθάρια με τα τουρσιά , ντομάτες πράσινες τουρσί , πιπεριές πράσινες μεγάλες τουρσί , λάχανο και μελιτζάνα τουρσί . Ήταν και το πιθάρι με το ρετσέλλ , την μαρμελάδα σύκο . Σε μικρότερα πιθάρια ήταν οι μαρμελάδες από τα ζέρντελα ( βερίκοκα) και τα αβράμπουλα ( κορόμηλα ) .
Επάνω ήταν το λαρδί τυλιγμένο , σε ένα κομμάτι ύφασμα και μέσα σε έναν ντενεκέ ήταν οι τσιγαρίδες και ο καβουρμάς και από τα ξύλα της οροφής κρέμονταν τα λουκάνικα , που έφτιαχνε ο μπαμπάς μου τα Χριστούγεννα , από το γουρούνι που έσφαζαν .
Στα χτιστά ράφια ήταν το μπουκάλι με το ούζο , το λάδ(ι), το ξύδ(ι)και πιο πέρα το σπίρτο , δηλαδή το φωτιστικό οινόπνευμα για κάθε χρήση . Σε ένα άλλο ράφι ήταν τα σαπούνια άσπρα και πράσινα , το λουλάκι , το « κλίν» με το « μπέϊμποράτ « , που μόλις ανακαλύφθηκε και έκανε πιο άσπρα τα ρούχα μας . Και στην άκρη- άκρη κρέμονταν η λαμαρινένια σκάφη , που μέσα εκεί έπλεναν οι μανούλες μας και εκεί μέσα μας έλουζαν .Κάτω από το τραπέζι ήταν κάτι σιδερένια εργαλεία …γνώριμα ,οι αθέατοι φρουροί του σπιτιού : Οι φάκες ,οι παγίδες για τα ποντίκια, έτοιμες να δώσουν μάχη με τα ποντίκια που ονειρεύονταν γιορτή ανάμεσα σε τόσες νοστιμιές .
Θυμάμαι την γιαγιά μου πάντα κοντά στο τζάκι που ανακάτευε την «θράκα» του , για να κρατάει την θερμοκρασία του και πάνω στο τρίποδο , στην πυροστιά ήταν ο τεντζερές ή τέντζερης με το φαγητό που ετοίμαζε .
Δίπλα στο πλαϊνό του τεντζερέ , ήταν ακουμπισμένη η ξύλινη κουτάλα , που στην άκρη της ήταν λίγο μαυρισμένη ,σαν σημάδι από όλες τις φορές που είχε ανακατέψει τη γεύση της ζωής μας . Στο τζάκι τα φαγητά μας γινόταν πολύ νόστιμα ,γιατί, όπως έλεγε η γιαγιά μου αργοψήνονται και αυτό τους δίνει νοστιμιά .
Πολλές κρύες μέρες του χειμώνα τις περάσαμε , μέσα σε αυτήν την Γερακίνα και με πολλές παρέες της γιαγιάς μου . Έτσι περνούσαν οι μέρες στη Γερακίνα . Με τις φίλες της που έρχονταν για τον πρωινό καφέ
Η γιαγιά μου εδώ ένιωθε ότι είναι η βασίλισσα της Γερακίνας . Οι φίλες της ερχόταν κάθε ημέρα και ήταν η γιαγιά η Βασώ η Τσελεπάκη , η γιαγιά η Θεανώ η Βασιλοπούλου , η γιαγιά Ζωή η Θεοφίλαινα , η γιαγιά Δοξή η Καλφοπούλου , η γιαγιά Καλλιόπη η Σωτηριάδου η Στεργάκαινα , η γιαγιά Αλεξάνδρα της Μαγδάλως , η γιαγιά η Μαργιορή του Πραξιγά. Και πάντα εκεί η αδελφή της γιαγιάς μου , η Σμαραγδώ η Πουρουρού .Θυμάμαι που μαζί τους ήταν ο παππούς Διαμαντή ο Καλφόπουλς και ο παππούς Αναστασάκος ο Σωτηριάδης, που ήταν και συγγενείς μας .
Η γιαγιά μου η Τσάκαινα ετοίμαζε στο άψε – σβήσε με μεράκι πάντα , τα λαλαγκάκια και τους γκιουζλεμέδες με μια μαεστρία που μόνο τα χέρια της μπορούσαν να δώσουν . Δυνατή η φωνή της , δυνατή και η παρουσία της ,μα πιο δυνατή η αγάπη της για τη συντροφιά .Η γιαγιά μου όπως μιλούσε δυνατά και επιβλητικά άλλο τόσο δυνατά και γρήγορα γίνονταν και τα δημιουργήματά της .Πάντα ήθελε κόσμο γύρω της, φίλες και γειτόνισσες, να μοιράζονται ιστορίες και αρώματα που γέμιζαν την κουζίνα της .
Η αλήθεια είναι ότι μου άρεσε πάντα αυτή η γιαγιαδοπαρέα και τα ωραία γλυκά που ετοίμαζαν . Άκουγα πολλές ιστορίες και έδινα προσοχή σε αυτές τις διηγήσεις .Έτσι καθόμουν κοντά τους και έκλεβα γεύσεις και λέξεις .
Ο παππούς Αναστασάκος έλεγε την ιστορία για την Πόλη και το Κλαλί ( Οκλαλί ) , το χωριό μας στην Πατρίδα.»_Ααα Τσάκαινα το χωριό μας είχε καλά μοσχάρια . Τα ‘παιρνε ο πασάς στην Πόλη και μαγέρευαν στο Σαράι …ήταν τα πιο νόστιμα κρέατα …εμ και το γάλα … έφτιαχναν τα πιο καλά ‘γιογούρτια ‘ ..παχιά , να τα κόββς με το μαχαίρρ ! Το γάλα μας , το έπαιρναν στην Σηλυβριά και έκαμναν τα γιαούρτια, στους γιογουρτοχανέδες .Μέχρι και η Λωξάντρα στο μαγερειό της από μας έπαιρνε το κριγιάς ( κρέας ) .
Η γιαγιά η Σμαραγδώ η Πουρουρού καθήμενη δίπλα , της άρεσε να περιγράφει το φαγητό με το «κριγιάς « , κρέας με δαμάσκηνα .
Η γιαγιά Αλεξάνδρα του Σωκράτη, μας έλεγε πώς ταιριάζουν με μας , τα «αντέτια «, τα συνήθεια του χωριού της Καστανιές .Και η Θεανώ του Βασιλόπουλου, έλεγε την συνταγή για τα Νεοδημητριώτικα λουκούμια , πασπαλισμένα με την κανέλα και την ζάχαρη .Και άκουγαν όλες τις ωραίες συνταγές και ιστορίες . Η κάθε μια είχε και κάτι να διηγηθεί και περνούσε ευχάριστα η ώρα τους .Η κουζίνα της γιαγιάς ήταν ένας τόπος ζωντανός, γεμάτος γέλια, αφηγήσεις, μνήμες . Ένας κόσμος όπου η κοινωνικότητα ήταν το αλάτι και το πιπέρι της ζωής .
Οι μαμάδες μας είχαν πολλές δουλειές να κάνουν όλη την ημέρα και οι γιαγιάδες βοηθούσαν , όσο μπορούσαν. Η καθημερινότητά τους ήταν συνυφασμένη με την κοινωνικότητα και ο χώρος αυτός της κουζίνας είχε σπουδαίο ρόλο στις ζωές τους.
Και ύστερα…όλα άλλαξαν . Η Γερακίνα μας, το παλιό σπίτι γκρεμίστηκε . Την θέση της και του παλιού σπιτιού , την πήρε ένα ψηλό σπίτι με δύο ορόφους . Η κουζίνα ήταν με μάρμαρο και πλακάκια και τα ντουλάπια ήταν φορμάϊκα ,γυαλιστερά . Ήταν πολύ προσεκτικές οι μαμάδες μας για να τα κρατούν καθαρά . Δεν είχε τζάκι να μαγειρεύεις … βγήκε το πετρογκάζ και οι μαμάδες μας προσπαθούσαν να κρατούν την καθαριότητα .Τα φαγητά μαγειρεύοντας γρήγορα και οι μυρωδιές δεν έμεναν πια στον αέρα . Το καινούργιο σπίτι είχε περισσότερη «λάτρα», περισσότερες δουλειές . Η τεχνολογία έφερε και περισσότερη φροντίδα και χάθηκαν και οι αυθόρμητες παρέες.
Μα όσο πιο ψηλά ανεβήκαμε , χάσαμε την επικοινωνία με τους ανθρώπους και τους γείτονες Όσο πιο ψηλά ανεβήκαμε χάσαμε την παραδοσιακή ζωή και τις αυθόρμητες ανθρώπινες σχέσεις . Χάσαμε την ζεστασιά των παλιών φιλικών δεσμών . Όσο πιο ψηλά ανεβήκαμε μας περιτριγύρισε η μοναξιά και η απομόνωση .Το καινούργιο σπίτι είχε είκοσι σκαλιά … δύσκολα να το ανεβούν οι αγαπημένες φιλενάδες της γιαγιάς μου . Τα σκαλιά ήταν ανυπέρβλητο εμπόδιο για τα κουρασμένα τους πόδια . Οι συντροφιές διαλύθηκαν ,η ζεστασιά χάθηκε .
Έτσι χάθηκαν κι αυτές όπως χάθηκε και το βασίλειο της γιαγιάς μου …η Γερακίνα της . Και η μοναξιά ήρθε και πήρε τη θέση της .
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2023