Η Γαρυφαλλιά του Αμπαρλί της Πόλης
Στο Αμπαρλί της Κωνσταντινούπολης μεγάλωσε η Γαρυφαλλιά, κόρη του Χρήστου Τσέτα και της Δόμνας Σπαρταλίδου. Το πατρικό τους σπίτι ήταν γεμάτο φωνές και κίνηση. Εκεί ζούσαν και τα αδέλφια της, ο Γιώργος Τσέτας ,η Ελένη ,αργότερα Μητακίδου , η Πολυξένη, αργότερα Καλλιόγλου και η Δροσή. Εκεί, ανάμεσα στις γειτονιές της Πόλης, έμαθε τη φινέτσα, την αρχοντιά, την αγάπη για τη μουσική και τον χορό.
Στις αυλές, στα γλέντια και στις γιορτές, οι αδελφές με τις ξαδέλφες τους χόρευαν και ο ήχος από το κανονάκι , το βιολί και το ούτι γινόταν για εκείνη το πρώτο μεγάλο μάθημα, πως ο χορός δεν είναι διασκέδαση μονάχα, αλλά τρόπος να ζεις.
Όταν επισκέφτηκε την αδελφή της στην Πόλη, γνώρισε τον Γιώργο Κόψαλη,τον γιό του Απόστολου και της Εριφύλης , από το Τσακήλι ,ένα χωριό κοντά στην Βασιλεύουσα .
Ο γάμος έγινε γρήγορα και στο γλέντι η Γαρυφαλλιά, καμαρωτή νύφη μέσα στα λευκά πέπλα της, στάθηκε πρώτη στον κύκλο. Το κανονάκι έπαιξε τον Πολίτικο συρτό κι εκείνη προχώρησε με χάρη, ενώ οι μουσικοί τραγουδούσαν:
«Σηκώστε να χορέψουμε
να φύγουνε τα ντέρτια…
Γλυκιά μου Εριέττα,
βγες στο παραθύρι
να δεις τον ουρανό
πώς παίζει το φεγγάρι
με τον Αυγερινό.»
Οι καλεσμένοι μερακλώσανε, σήκωσαν ποτήρια με κόκκινο κρασί κι έσερναν τον μπάλο της Πόλης.
Το τραγούδι και ο χορός συνεχιζόταν.
” Εσύ που σέρνεις τον χορό
σού πρέπει τραγουδάκι
χρυσό παλικαράκι
Έλα στο παραθύρι να δεις τι γίνεται
Το αίμα της καρδιάς του για σένα χύνεται “.
Ως το ξημέρωμα έπαιζαν οι σκοποί, δίχως να ξέρουν πως λίγες μέρες αργότερα θα έφευγαν για πάντα από τον τόπο τους.
Έπαιζαν δίχως να ξέρουν πως σε λίγες μέρες η Ανταλλαγή των Πληθυσμών θα τους ξερίζωνε από την πατρίδα. Πως τα ίδια τραγούδια, όταν θα τα ξανατραγουδούσαν, θα τους έφερναν δάκρυα στα μάτια και νοσταλγία στην ψυχή.
Η Ανταλλαγή των Πληθυσμών τους ξερίζωσε. Πρώτα βρέθηκαν στη Νέα Δήμητρα Κιλκίς για οχτώ χρόνια κι έπειτα στο Παλαίφυτο Πέλλας, μαζί με τους Τσακηλιώτες συγγενείς και χωριανούς του Γιώργου.
Εκεί η Γαρυφαλλιά έκανε παιδιά κι εγγόνια, έριξε ρίζες στη νέα γη, μα δεν άφησε ποτέ πίσω της τον χορό. Γιατί ο χορός ήταν η μεγάλη της αγάπη, το δικό της δώρο, η παρακαταθήκη που ήθελε να μεταδώσει.
Στα γλέντια ήταν πάντοτε η πρώτη που σηκωνόταν. Έπιανε τις εγγονές της από το χέρι και τις έβαζε στον κύκλο, λέγοντας:
«Να καμαρώνω εσάς στον χορό,να μη σβήσει το τραγούδι, να μη χαθεί το βήμα.»
Τους μάθαινε τον αντικρυστό, το καρσί, το απέναντι κι έβγαινε τραγουδώντας με γλυκιά φωνή:
«Σύρε να πεις τη μάνα σου
να κάνει κι άλλη γέννα,
να κάψει κι αλλουνού καρδιά
πως έκαψε και μένα!»
Κι ύστερα έπαιρνε σειρά ο βαρύς καρσιλαμάς, με το τραγούδι που έφερνε μαζί του την ανάσα της Αγιάς Σοφιάς:
«Σαν τα μάρμαρα της Πόλης, αμάν, ωχ αμάν,
πού ’ναι στην Αγιά Σοφιά, αμάν, ωχ αμάν…
Έτσι τα ’χεις ταιριασμένα, αχ, αμάν, ωχ αμάν,
μάτια, φρύδια και μαλλιά…»
Οι κινήσεις της γίνονταν αργές, ιερές, σαν να κουβαλούσε όλη την Ιστορία της γενιάς της στα βήματά της.
Τότε γέμιζε το σπίτι χαρές και γέλια, κι η Γαρυφαλλιά καμάρωνε τις εγγονές της, που έπαιρναν στα πόδια τους το χορό όπως εκείνη στην νιότη της.
Και κάθε φορά που άκουγε τον χασάπικο, στεκόταν πρώτη. Τον είχε χορέψει όταν ήταν νύφη η εγγονή της η Γαρυφαλλιά , πλάι σε δύο παλικάρια, κι ένιωθε ξανά να ξυπνά μέσα της η νεότητα, η ζωντάνια, η ίδια η ψυχή της Πόλης.
Κι όταν ήθελε να ενώσει όλους μαζί, μικρούς και μεγάλους, έφερνε τον αγκαλιαστό:
«Μενεξέδες και ζουμπούλια
και θαλασσινά πουλιά,
σαν θα δείτε το πουλί μου,
χαιρετίσματα πολλά.
Ίβαλα ,ίβαλα ωωω
πάμε γιαλό -γιαλό
Ίβαλα ίβαλα ωωω
μόνο εσένα αγαπώ ”
Ίσαμε την Πόλη φτάνουν τα βήματα του αγκαλιαστού κι εκεί η Γαρυφαλλιά χαμογελούσε πλατιά. Έσφιγγε τις εγγονές της κοντά στο πλευρό της, λες και ο χορός αυτός ήταν η ζεστή αγκαλιά που τις κρατούσε ενωμένες με τις χαμένες πατρίδες.
Σαν τελείωνε ο σκοπός, πάντα έλεγε:
«Να μη σβήσει τούτος ο χορός, κορίτσια μου. Στα βήματά του είναι το αίμα μας και στα λόγια του η μνήμη μας. Αν ξεχαστεί, θα ’ναι σαν να ξεχάσαμε κι εκείνους που αφήσαμε πίσω.»
Η Γαρυφαλλιά από την Πόλη είχε το χάρισμα της δημιουργίας και της φροντίδας. Με το σταθερό της χέρι ζωγράφιζε τα μοτίβα πάνω στους χασέδες και τα λινά, δίνοντάς τους ζωή πριν ακόμη τα αγγίξει η βελόνα. Όλες οι νέες του χωριού κατέφευγαν σε εκείνη. Εκείνη τους άνοιγε τον δρόμο του κεντήματος, χαρίζοντας σχέδια που θα έμεναν κληρονομιά. Στην κουζίνα της, τα φαγητά έβγαιναν πάντα πλούσια και μοσχοβολιστά, γεμίζοντας τις αυλές με μυρωδιές που ακόμη τις θυμούνται οι παλιοί.
Στις εγγονές της έδινε όχι μόνο συνταγές, αλλά και μαθήματα ζωής. Πώς να στέκονται με ευγένεια, πώς να μιλούν με καλοσύνη, πώς να χορεύουν “στο νύχι”, με χάρη και λεβεντιά. Η ίδια, όταν έπαιρνε τα ποτηράκια στα χέρια της, γινόταν μια ιέρεια του χορού, μεταδίδοντας τη μυσταγωγία της κίνησης. Και στο τέλος της πορείας της, η ψυχή της άνοιξε δρόμο με τα πιο τρυφερά λόγια:
«Ήρθε η μάνα μου από την Πόλη να με πάρει με την άμαξα».
Οι εγγονές της δεν την απογοήτευσαν. Έμαθαν τα τραγούδια και τα βήματα κι όταν μεγάλωσαν, σε κάθε γλέντι, σε κάθε πανηγύρι, έπιαναν την πρώτη θέση, όπως εκείνη. Η Γαρυφαλλιά τις καμάρωνε σιωπηλά κι ας είχανε περάσει χρόνια πολλά από το Αμπαρλί και το Τσακήλι.
Έτσι, ο χορός της Γαρυφαλλιάς δεν χάθηκε. Έγινε παρακαταθήκη, πέρασε από γενιά σε γενιά, κι ακόμη και σήμερα, όταν στον κύκλο ακούγεται ο καρσιλαμάς ή ο αγκαλιαστός, είναι σαν να σηκώνεται πάλι εκείνη, λυγερή, με το μαντήλι στο χέρι, να οδηγεί το βήμα.
Γιατί η Γαρυφαλλιά δεν άφησε πίσω της μόνο παιδιά κι εγγόνια.
Άφησε τον ρυθμό, το τραγούδι και τον χορό.
Την ίδια την ψυχή της πατρίδας της, που χτυπά στον τόπο μας σαν καρδιά ζωντανή.
Η Γαρυφαλλιά του Αμπαρλί έζησε μακριά από την πατρίδα, μα ποτέ δεν την αποχωρίστηκε. Την κράτησε μέσα της με το τραγούδι και τον χορό. Κι έτσι, όσο θα τραγουδιούνται οι σκοποί της, όσο θα χορεύονται οι χοροί της, θα ζει κι εκείνη, καμαρωτή, πρώτη στον κύκλο, να οδηγεί τον χορό της μνήμης.
Ελένη Τσιφτσόγλου 2025