Η Βόλτα στα Αμπέλια και η Τσουρτσουρίκα
Η μέρα άρχισε νωρίς και ήταν γεμάτη από εκείνη τη φρεσκάδα του πρωινού που μόνο η φύση μπορεί να προσφέρει . Όλα ήταν έτοιμα για την όμορφη βόλτα στα αμπέλια ,μια στιγμή που περίμενα πάντα με ανυπομονησία .
Αννούλα , είσαι έτοιμη ; Μην ξεχάσεις να φορέσεις το καπέλο σου και να πάρεις το καλαθάκι σου. Θα πάμε στα αμπέλια .Και θα έχουμε παρέα την γιαγιά σου την Αννίτσα, την γιαγιά μου την Δαφνιώ και τον παππού μου τον Θανάση με τα καλάθια τους.
Φόρεσα κι εγώ το καπελάκι μου, πήρα το καλαθάκι μου και πιασμένες χέρι -χέρι, ανηφορίζαμε τον λόφο από την ανατολική πλευρά του χωριού για τα αμπέλια μας .
Όταν φτάσαμε ακριβώς έξω από το χωριό , συναντάμε το «μπαίρ»και διαβαίνοντάς το, φαινόταν να ξεμακραίνουμε από τα σπίτια, που ήταν σαν πίνακας ζωγραφικής . Αν ανοίγαμε τα χέρια θα φαινόταν ότι είχαμε το χωριό όλο μέσα στην ανοικτή αγκαλιά μας .
Προχωρώντας δεν βλέπαμε πια το χωριό και από το βάδισμά μας σηκωνόταν ένα μικρό σύννεφο σκόνης από κοκκινόχωμα. Στον δρόμο συναντήσαμε πολλά κάρα που άλλα πήγαιναν και άλλα έρχονταν.
Άαααα , να και ο θείος ο Στέργιος ο Παρπαράς με την θεία την Μαργιώ και την φίλη μου την Χρύσα με το καπελάκι της.Αυτοί πήγαν στα αμπέλια με την δροσιά πρωί –πρωί και κατηφορίζουν για το χωριό μας .
Στην διαδρομή οι δικοί μας συζητούσαν μεταξύ τους κι εμείς μέναμε πίσω τους.
Σκύβαμε για να δούμε,τα μεγάλα μαύρα μυρμήγκια που έτρεχαν πανικόβλητα ,για να σωθούν από τις πατημασιές μας . Μόλις ξεμακραίνανε από τους μεγάλους τρέχαμε να τους προλάβουμε.
Κατηφορίζοντας αφού σταμάτησε να φαίνεται το χωριό, μπροστά μας φανερώνεται ένα ξέφωτο καταπράσινο με δρομάκια. Είχαμε δρόμο ακόμη για να φτάσουμε σε αυτό το μαγικό μέρος. Ο παππούς μου ο Θανάσης είπε να κατέβουμε το δρομάκι στα αριστερά μας και εκεί συναντήσαμε την «τσουρτσουρίκα», που ήταν μια μικρή πηγή στους βράχους . Από αυτήν έβγαινε νερό μέσα και ήταν γάργαρο, δροσερό και εύγευστο. Πόση μαγεία έχει η φύση .Πίναμε νερό και δεν το χορταίναμε .Ο καθένας διψασμένος, γέμιζε με το κρύο νερό της την χούφτα του . Και την έφερνε στο διψασμένο στόμα του .Ανέβλυζε νερό χωρίς τσιγκουνιά και η πηγή το έδινε απλόχερα σε κάθε διαβάτη. Η επίσκεψη σε αυτήν την πηγή ήταν μια ιεροτελεστία που την βλέπαμε μαγική και πρόσφερε ανακούφιση από την κούραση ενθαρρύνοντας να συνεχίσουμε το ταξίδι προς τα αμπέλια . Η «τσουρτσουρίκα « διατηρούσε μέσα της την θύμιση και την απλότητα του παλιού κόσμου που πάντα καλούσε σιωπηλά να επιστρέψει κανείς σε αυτόν .Έτσι προχωρώντας φτάσαμε στα αμπέλια. Πόσο ευλογημένος τόπος .
Πριν από πολλά χρόνια μετά την εγκατάσταση των παππούδων μας από την Πατρίδα τους στο χωριό ο Γκοτζίδης ο Κωνσταντής και μια επιτροπή έφεραν ειδικούς για την καλλιέργεια των αμπελιών .
Αυτοί ήταν ο γαμπρός του Παπαδά ο Σπύρος ο Τζιάκας και ο γαμπρός του Τσάκου , ο Ιάκωβος ο Θεολογίδης ,πρακτικοί γεωπόνοι .Ασχολήθηκαν με την καλλιέργεια των αμπελιών και κάθε οικογένεια είχε το δικό της αμπέλι . Έτσι κάλυπταν τις ανάγκες τους με αυτό το νόστιμο φρούτο. Αγωνίστηκαν πολύ και κόπιασαν και με τις γνώσεις τους αυτοί οι άνθρωποι μας έδωσαν το ανεκτίμητο αυτό δώρο . Ας είναι όλοι τους ευλογημένοι .Τα αμπέλια εκτός από την παραγωγή τους που έδιναν απλόχερα στους χωριανούς μας ήταν και ένας τόπος , που συναντιόταν όλοι μεταξύ τους έξω στην φύση με όλες τις ομορφιές της κι εμείς τα παιδιά νιώθαμε τόση χαρά γι’ αυτήν την εκδρομούλα .
Στο αμπελι οι δρόμοι περιτριγυρίζονταν από συκιές με άσπρα σύκα ή μαύρα και αμυγδαλιές , ροδιές , και αχλαδιές . Τα σύκα ήταν γινωμένα και έσταζαν το σιρόπι τους όταν έσκαζαν . Πολλά ήταν μισοφαγωμένα από τα πουλιά που και αυτά είχαν μερίδιο της γλύκας τους ως ανταμοιβή για τα ωραία τιτιβίσματά τους .
Κάθε Αύγουστο στις έξι της Μεταμορφώσεως τού Σωτήρος, οι νοικοκυρές πήγαιναν στην εκκλησία τα πανεράκια τους , με τα πρώτα σταφύλια .Τα τοποθετούσαν στην δεξιά πλευρά της Ωραίας Πύλης και ο ιερέας τα ευλογούσε . Το σταφύλι μας δίνει το κρασί , που μεταποιείται σε αίμα του Χριστού σύμφωνα με την Θρησκευτική μας Λατρεία .
Τα σταφύλια συμπλήρωναν το τραπέζι και τα φρέσκα σύκα ευχαριστούσαν τον ουρανίσκο μας.Όλες οι νοικοκυρές έφτιαχναν «ρετσέλ(ι)» ,που ήταν μαρμελάδα από τα σύκα και μας άρεσε πολύ. Είχαν τόσα πολλά σύκα που γέμιζαν τα πιθάρια οι μαμάδες μας .Τίποτε δεν πήγαινε χαμένο .Με τα φύλλα γίνονταν οι νόστιμοι «γιαλαντζί» ντολμάδες και οι κληματσίδες χρειάζονταν για την σόμπα.
Το αμπέλι ήθελε πολύ δουλειά όλο τον χρόνο και οι γονείς μας το περιποιόταν. Το σκάλιζαν ,το κορφολογούσαν, το ράντιζαν με την γαλαζόπετρα για τις αρρώστιες του. Δεν είναι τυχαία η παροιμία « το αμπέλι θέλει αμπελουργό, το σπίτι νοικοκύρη» . Αυτή η παροιμία δείχνει πόση φροντίδα χρειάζονταν το αμπέλι .
Και φτάνοντας κοντά σε αυτό το καταπράσινο τοπίο στρίβουμε στο δεύτερο δρομάκι .
Εκεί συναντάμε μικρά πράσινα λιβάδια , που έχουν τις κληματαριές και από αυτές κρέμονται οι θησαυροί , τα ευλογημένα δώρα του Θεού.
_Δαφνιώ…αυτό τ’ αμπέλλ είναι του Τζελεπίδη, αυτό του Αναστασάκκ και αυτό του Βλάντου .
Ξαφνικά ακούγονται φωνές και τραγούδια από μακριά . Μόλις κοντεύουμε η φωνή και το τραγούδι δυναμώνουν. Είναι στο αμπέλι του θείου Στέργιου του Αξονίδη…ααα…πόσο ωραία φωνή έχει η θεία Χρυσώ. Όλοι είναι χαρούμενοι μέσα σε αυτόν τον παράδεισο και δείχνουν την χαρά τους με τα τραγούδια .Η μικρή Σοφούλα τριγυρίζει μέσα στα κλήματα. Τους χαιρετάμε και συνεχίζουμε.
Περνάμε από το αμπέλι της γιαγιάς Αννίτσας. Και εδώ η πανδαισία της ομορφιάς και της νοστιμιάς.Τρέχουμε με την Αννούλα την εγγονή της στην συκιά με τα μαύρα σύκα και τα δοκιμάζουμε .Το σιρόπι τους βγαίνει σαν δάκρυ και οι γιαγιάδες μας βάζουν στο καλάθι τον γλυκό καρπό .
Το τέταρτο αμπέλι αριστερά είναι του παππού μου ,του Θανάση του Γκάιτατζη. Μόλις πλησιάσαμε βλέπουμε κάτι φιγούρες σαν αληθινοί ζωντανοί άνθρωποι. Εμείς οι μικρές τρομάξαμε . Ο παππούς μου μας λέει να μην φοβόμαστε .Είναι τα σκιάχτρα για τα πουλιά . Τα έφτιαξε για τα πουλιά…πόσο έξυπνο.
«Σε μια ρώγα από σταφύλι
Έπεσαν οχτώ σπουργίτες
Και τρωγόπιναν οι φίλοι
Τσίρι—τίρι,τσιριτρό
Τσιριτρί,τσιριτρό…»
Πόσο όμορφα κρέμονται τα τσαμπιά, μαύρα , κόκκινα και άσπρα σταφύλια που δείχνουν σαν γιαλιστερές πέρλες . Ο παππούς βγάζει τον” ταεκμέ”του και αποχωρίζει τον θησαυρό από την κληματαριά.Βάζει κάτω στο καλάθι του φύλλα και αραδιάζει με προσοχή τα τσαμπιά .
Στην άκρη του αμπελιού του είναι δύο μεγάλες αμυγδαλιές που και αυτές περιμένουν να δώσουν τους καρπούς τους. Από την άλλη πλευρά είναι οι συκιές και οι ροδιές και οι γιαγιάδες μας φωνάζουν, να τις βοηθήσουμε στο μάζεμα των σύκων. Κι εμείς μαζί τους γευόμαστε κάτω από τις συκιές τα ώριμα, γλυκά φρούτα. Ένα σύκο κόβαμε και ρίχναμε στο καλάθι και ένα τρώγαμε.Η γη πρόσφερε αφθονία και ευλογία στους ανθρώπους της .
Ο παππούς, αφού γέμισε τα καλάθια με σταφύλια,τα σκέπασε με κληματόφυλλα .Το καλάθι το έβαλε στον ώμο του και έδωσε το σύνθημα για επιστροφή στο χωριό .
Στρίβοντας το τελευταίο δρομάκι συναντάμε τον θείο Γιώργο Μουχταρίδη που καθόταν έξω από ένα μικρό σπιτάκι σαν από παραμύθι βγαλμένο.Ο παππούς είπε πως είναι το σπιτάκι του φύλακα. Τον χαιρετήσαμε και μας είπε ότι είναι ο φύλακας των αμπελιών. Μας είπε ακόμη ότι πριν πολλά χρόνια ήταν και ο Τάσος τού Κάλφα ο γιός , φύλακας εδώ πάνω .
Έτσι πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Τα καλαθάκια μας βάραιναν και τα πόδια μας πονούσαν . Η κούραση από το περπάτημα μεγάλωνε αλλά εμείς προχωρούσαμε.Στον γυρισμό έχουμε ανηφόρα και μετά κατηφόρα.
Στην κατηφόρα βλέπαμε το χωριό μας με τα σπιτάκια του και στην μέση του τον επιβλητικό τρούλο της εκκλησίας μας , του Αη Γιώργη. Η επίσκεψη στα αμπέλια μας ήταν η χαρά μας και η ευχαρίστησή μας. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες με την σοφία και την αγάπη τους μας καθοδηγούσαν σε αυτό το ωραίο ταξίδι και μας πρόσφεραν πολύτιμες αναμνήσεις . Κι εγώ βλέποντας τα πάντα γύρω μου ρώτησα την Αννούλα ,με ένα χαμόγελο :
«Περάσαμε ωραία ; «
Όταν είδα το πρόσωπο της να λάμπει ,συνειδητοποίησα ότι αυτή η μικρή περιπέτεια είχε αφήσει ανεξίτηλες αναμνήσεις . Στο μυαλό μου ,το τοπίο της γης ,οι ήχοι ,οι μυρωδιές και οι στιγμές που ζήσαμε δεν θα ξεθωριάσουν ποτέ . Ήταν οι καλύτερες παιδικές μας στιγμές .
Κάποια στιγμή ζήτησα από τον παππού μου να περάσουμε πάλι από την «τσουρτσουρίκα».’όχι ότι διψούσα
Αλλά την πρώτη φορά μου φάνηκε πως μέσα σε αυτό το άλαλο, βουβό τοπίο κελαρύζοντας, μου έκανε το παράπονό της για την ερημιά και την μοναξιά της .Έτσι τελείωσε και αυτή η μικρή διαδρομή.
Και έτσι το ταξίδι μας στον κόσμο των αναμνήσεων συνεχίστηκε . Η νοσταλγία ήταν εκεί και η αίσθηση ότι είχαμε ζήσει κάτι μοναδικό ,γεμάτο από την αλήθεια των ανθρώπων της γης , παραμένει για πάντα χαραγμένη στις καρδιές μας .
Ελένη Τσιφτσόγλου
2022
.