Η Βασιλική ήταν μόλις δώδεκα χρονών όταν άφησε πίσω της το Άκαλαν της Τσατάλτζας

Η Βασιλική ήταν μόλις δώδεκα χρονών όταν άφησε πίσω της το Άκαλαν της Τσατάλτζας, κρατώντας σφιχτά το χέρι της μάνας της, της Κατίνας. Στο άλλο της χέρι κρατούσε τον αδελφό της, τον Γιώργο. Ένα κορίτσι, παιδούλα ακόμα, που δεν είχε γνωρίσει τον πατέρα της, τον Νικόλα. Εκείνος είχε χαθεί πριν καν γεννηθεί και η απουσία του ήταν πάντα μια σιωπηλή σκιά στην ψυχή της. Δεν ήξερε τον πόνο της απώλειας τότε, αλλά τον ένιωσε αργότερα, σε κάθε της βήμα, σε κάθε χαρά που δεν μπόρεσε να μοιραστεί μαζί του. 

Όταν ήρθε ο Ξεσηκωμός, όταν η Ανταλλαγή των Πληθυσμών άλλαξε τις ζωές τους για πάντα, η Βασιλική ακολούθησε τη μοίρα της. Με τους χωριανούς της, τους Αγαλανιώτες, πήρε τον δρόμο της προσφυγιάς. Μαζί τους, η  Κατίνα η μητέρα τους και τα μεγαλύτερα αδέλφια της, ο Δημήτρης, είκοσι ενός ετών, και ο Γιώργης, δεκαοκτώ. Η νέα τους πατρίδα θα ονομαζόταν Νέα Δήμητρα. Ένας τόπος που δεν τους περίμενε, αλλά τους δέχτηκε και που έπρεπε να τον κάνουν δικό τους. 

Κοπελίτσα ακόμα, την πάντρεψαν με τον Χαράλαμπο, τον Γώγο, έναν νέο όμορφο και δυναμικό, που κουβαλούσε το ίδιο φορτίο της προσφυγιάς. Κι εκείνος ξεριζωμένος, ορφανός από την πατρίδα, το Όκλαλι της Τσατάλτζας, ήρθε στην Ελλάδα με τα αδέλφια του, τον Γιάννη, τον Απόστολο και την Αναστασία. Η ζωή στη Νέα Δήμητρα κυλούσε γλυκά, γεμάτη κόπο αλλά και χαρές. Μαζί έφτιαξαν την οικογένειά τους, απέκτησαν τρία παιδιά, τον Τάσο, τον Βασιλάκη και τη μικρή Κατίνα. Μαζί τους ζούσε και η μητέρα  της, η  Κατίνα  Τακίδου .  

Κι ύστερα ήρθε η λαίλαπα. Ο Εμφύλιος. Η ζωή τους ανατράπηκε από τη μια στιγμή στην άλλη. Ο Χαράλαμπος, φοβούμενος για τη ζωή του κρύφτηκε. Η Βασιλική έμεινε πίσω και ήταν  έγκυος στην κόρη της, την Κατίνα, όταν οι διώκτες της την χτυπούσαν με τα όπλα στην κοιλιά για να φανερώσει πού ήταν ο άντρας της. Δεν μίλησε. Αντιστάθηκε στη φρίκη. Και κατάφερε, μέσα από τις κακουχίες, να φέρει στον κόσμο την κόρη της. Όταν η μικρούλα έγινε τριών μηνών, ο Χαράλαμπος έφυγε στο εξωτερικό. Σαν να μην έφτανε ο πόνος, η οικογένειά της εκδιώχθηκε από το σπίτι τους. Το ήθελαν για ανάχωμα, για πολυβολείο. Έφυγαν, μα δεν έμειναν μόνοι. Βρέθηκαν άνθρωποι να τους στηρίξουν. Μετά από δύο-τρία χρόνια περιπλάνησης, όταν τα πράγματα ηρέμησαν, επέστρεψαν στο σπιτικό τους. 

Η Βασιλική, γυναίκα αγωνίστρια, πάλεψε για τα παιδιά της. Με λίγα ζώα στην αυλή και τον περίφημο φούρνο της, φρόντισε να μην τους λείψει το ψωμί. Όλη η γειτονιά μοσχομύριζε από τις λιχουδιές της , ψωμιά, τσουρέκια, φαγητά που έψηνε με μεράκι. Οι άνθρωποι τη φώναζαν «Λιάλιαινα», από το παρατσούκλι του άντρα της, του Λιάλιου. Κι όμως, ο Χαράλαμπος έλειπε. Χρόνια ολόκληρα δεν είχαν νέα του. Εφτά χρόνια πέρασαν μέχρι να τους φτάσει το πρώτο του γράμμα. «Ζωντανός είμαι», τους έγραφε και μια ανάσα ανακούφισης κύλησε στο σπίτι τους. Δεκατρία χρόνια κράτησε η ξενιτιά του, δεκατρία χρόνια μακριά από τη γυναίκα του, τα παιδιά του, το σπίτι τους. Και ύστερα, ήρθε η μέρα της επιστροφής. Όταν γύρισε στη Νέα Δήμητρα, η ζωή δεν του έδωσε το δώρο του χρόνου. Έζησε κοντά στους αγαπημένους του ως τα εξήντα εννιά του, χωρίς  αποζημίωση χρόνου, για όσα είχε στερηθεί. 

Τα παιδιά τους μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν, έκαναν οικογένειες. Όμως η ζωή είχε πικρό ποτήρι να ποτίσει τη Βασιλική. Ο Χαράλαμπος έφυγε νωρίς κι εκείνη έμεινε χήρα, να κρατά ζωντανή την οικογένεια, να νοιάζεται για τα παιδιά και τα εγγόνια της. Όταν η χώρα σπαρασσόταν από τον Εμφύλιο, εκείνη θρηνούσε και τον μεγάλο της αδελφό, τον Δημήτρη, που πέθανε από ασθένεια. Ο Γιώργης, ο αδελφός που της απέμεινε, στάθηκε δίπλα της σαν βράχος. Ήταν η παρηγοριά της. 

Όταν έφτασε το τέλος της, στα ογδόντα της, ένα εγκεφαλικό την καθήλωσε. Και τότε, μέσα στο επιθανάτιο παραλήρημά της, δεν φώναξε τον άντρα της, ούτε τα παιδιά της. Φώναξε τον αδελφό της: «Γιώργη, έλα πάρε με…». Και σαν να τον έβλεπε εκεί μπροστά της, σαν να έτεινε το χέρι της να τον αγγίξει, η ψυχή της πέταξε να τον συναντήσει. 

Η Βασιλική, η Λιάλιαινα της Νέας Δήμητρας, έζησε μια ζωή γεμάτη αγώνα, αγάπη και πίκρες. Μα πάνω απ’ όλα, έζησε με αξιοπρέπεια. Και οι άνθρωποι της τη θυμούνται ακόμα, μέσα από τις μυρωδιές του ψωμιού της, μέσα από τις ιστορίες που λέγονται στις αυλές των απογόνων της. 

Γώγου Βασιλική (1912-1992) 

Γώγου Χαράλαμπος (1900-1969) 

Τακίδου Κατίνα (1872-1956) 

Τακίδης Δημήτρης ( 1903-1944) 

Τακίδης Γιώργος (1906-1980) 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή