Η Αυλή των Τσαλικίδηδων
Η οικογένεια Τσαλικίδη του Λεωνίδα ήταν από εκείνες που, παρ’ όλες τις δυσκολίες και τις κακουχίες, κατάφερναν να κρατούν τη φλόγα της ζωής αναμμένη. Ο πατέρας τους «έφυγε» νωρίς, αφήνοντας πίσω του τη Δέσποινα χήρα και τα εφτά παιδιά ορφανά. Αλλά το σπίτι τους, αν και φτωχό σε υλικά, ήταν πλούσιο σε πείσμα, σε φροντίδα και κυρίως… σε γέλιο.
Ο Γιώργης, ο Ηλίας, ο Χριστόφορος και ο Κώστας είχαν το χάρισμα του αστεϊσμού· μια κληρονομιά πολύτιμη κι απο όλα τα πλούτη του κόσμου .Έφτιαχναν ιστορίες με τα λόγια, σκάρωναν φάρσες, στήριζαν τους άλλους με το χιούμορ τους, μα πάνω απ’ όλα, κρατούσαν τους δεσμούς τους δυνατούς με το πιο παράξενο υλικό, το γέλιο .
Πολλά ευτράπελα περιστατικά κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα στο χωριό. Κάποια μοιάζουν με παραμύθια, άλλα με θεατρικά σκηνικά, όλα όμως κουβαλούν τη σπιρτάδα, την παιδική ψυχή και το πείσμα αυτών των τεσσάρων αδελφών. Ας αρχίσουμε, λοιπόν, να ξεδιπλώνουμε αυτά τα επεισόδια, σαν κεφάλαια ενός παλιού τετραδίου με γέλια και νοσταλγία.
1η Ιστορία.Νυχτερινός πραματευτής
Ήταν ένα απ’ εκείνα τα βαριά, χειμωνιάτικα βράδια στη Νέα Δήμητρα. Το χιόνι έπεφτε πυκνό, ντύνοντας τις στέγες, τα δέντρα, τις αυλές . Όλα ησύχαζαν. Όλα, εκτός από τη φωνή του Γιώργη του Τσαλικίδη , του Μιχαλιού. Μιχαλιός, γιατί έμοιαζε έναν πρόγονό του Μιχάλη , στην σωματική διάπλασή του .
Μέσα στο σκοτάδι, στη σιγαλιά της νύχτας, ακούστηκε ξάφνου η φωνή του να σχίζει τον αέρα:
«Πιπέρια! Ντολμαλίκια! Μαντζάνες! Αγγούρια!»
Ο Γιώργης είχε βγει στην αυλή. Μόνος έξω στο κρύο , διαλαλούσε την πραμάτεια του με φωνή γεμάτη ζωντάνια, λες και βρισκόταν σε παζάρι . Ήταν γνωστό σε λίγους, η μητέρα του το ήξερε καλά, πως είχε το χούι να υπνοβατεί.
Ο μικρός του αδερφός, ο Ηλίας, ξύπνησε τρομαγμένος. Άκουσε τη φασαρία, ντύθηκε όπως-όπως και βγήκε έξω. Στεκόταν στην αυλόπορτα και τον κοιτούσε άναυδος.
“Γιώργο!” του φώναξε. “Έλα μέσα, είναι νύχτα, τι κάνεις εκεί; Θα παγώσεις!”
Ο Γιώργης δεν απάντησε. Συνέχισε ακάθεκτος, σήκωσε το χέρι σαν να κρατούσε ζυγαριά:
“Πιπεριές, μαντζάνες φρέσκες, ντολμαλίκια!”
Ο Ηλίας προσπάθησε να τον πλησιάσει, να τον ταρακουνήσει. Μα τότε ο Γιώργης γύρισε και του είπε, σχεδόν αυστηρά:
“Μην με μαλώνεις και κατέβα γρήγορα απ’ το κάρο! Έχουμε λαχανικά να πουλήσουμε!”
Μες στην απορία του, ο Ηλίας δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να φοβηθεί. Πριν προλάβει να κάνει κάτι, βγήκε στην αυλή κι η μητέρα τους, η Δέσποινα. Τυλιγμένη με το μάλλινο σάλι της, γνώριζε καλά αυτό το παράξενο παιδικό βάσανο.
“Άφησέ τον, Ηλία μου,” είπε ήρεμα. “Θα τον πιάσουμε σιγά σιγά και θα τον πάμε στο κρεβάτι του. Μην τον πειράζεις . Κάνε υπομονή “.
Ο Ηλίας την κοίταξε, αγκομαχώντας απ’ το κρύο και την ταραχή.
“Πόση υπομονή, μάνα; Αυτός θα μας τρελάνει μέχρι να ξεπουλήσει την πραμάτεια του!”
Η μάνα τους η Δέσποινα χαμογέλασε. Και σιγά – σιγά τον πήγε μέσα στο σπίτι .
Και το χιόνι συνέχιζε να πέφτει, καθώς η νύχτα αγκάλιαζε σιγά -σιγά τον υπνοβάτη πραματευτή.
2 η Ιστορία. Η Υποτίμηση
Ένα απόγευμα, εκεί κάπου στα χρόνια που η τηλεόραση είχε γίνει πια σύντροφος στα σπίτια της Νέας Δήμητρας και ο κόσμος άκουγε τις ειδήσεις με θρησκευτική ευλάβεια, συνέβη κάτι που αναστάτωσε ή μάλλον ξεσήκωσε ,τον Γιώργη Τσαλικίδη ,το γνωστό Μιχαλιό.
Καθόταν στο σπίτι του, μπροστά στη μικρή οθόνη, όταν άκουσε τον παρουσιαστή, με φωνή βαριά και τόνο σοβαρό, να ανακοινώνει:
“Προ των πυλών νέα υποτίμηση της δραχμής…”
Ο Γιώργης τινάχτηκε σαν ελατήριο. Δεν πρόλαβε να τελειώσει το δελτίο. Πέταξε το πουλόβερ του στους ώμους, φόρεσε τις παντόφλες του ανάποδα και βγήκε στον δρόμο τρέχοντας, λες και είχε πάρει φωτιά το σπίτι του. Έτρεξε ως το σπίτι του αδερφού του, του Ηλία.
Η πόρτα άνοιξε με θόρυβο.
“Ηλία! Υποτίμηση! Το είπανε! Χανόμαστε!” φώναξε λαχανιασμένος.
Ο Ηλίας, που καθόταν ήσυχος πίνοντας τον καφέ του, σήκωσε το βλέμμα του πάνω απ’ τα γυαλιά και τον κοίταξε με εκείνο το ήρεμο, σκανταλιάρικο ύφος που είχε όταν καταλάβαινε πως ερχόταν “θύελλα απ’ τον Γιώργη”.
“Και τι σε έπιασε, βρε αδερφέ; Έχεις λεφτά στην τράπεζα και φοβάσαι μην τα χάσεις;” τον ρώτησε με μισό χαμόγελο.
Ο Γιώργης στάθηκε για λίγο, πήρε μια ανάσα, και με βλέμμα που δεν ξεχώριζε αν ήταν πανικόβλητο ή θεατρικό, απάντησε:
“Όχι, δεν έχω! Αλλά… αν είχα;”
Ο Ηλίας ξέσπασε σε γέλια και μαζί του όλο το σπίτι. Γιατί ο Γιώργης, ακόμη και μέσα στον φόβο, ήξερε να βρίσκει το πιο αστείο απ’ όλα τα ενδεχόμενα. Φοβόταν, λέει, όχι για τα λεφτά που είχε, αλλά γι’ αυτά που δεν είχε κι αν τα αποκτούσε ποτέ, μην του τα φάει η υποτίμηση!
Αυτός ήταν ο Γιώργης. Πιο πλούσιος σε φαντασία απ’ ό,τι σε δραχμές και με μια ψυχή που δεν υποτιμούνταν με τίποτα.