Η Αυλή του Τσαγκάρ του Γιάγκου
Στην αυλή του Τσαγκάρ του Γιάγκου, στη ρίζα των χρόνων και των αναμνήσεων, στεκόταν το πηγάδι. Βγαλμένο λες απ’ τη γη των παραμυθιών, έβγαζε νερό γάργαρο, που δρόσιζε τις μέρες και τις ψυχές. Ολόγυρά του, η αυλή φαρδιά κι ανοιχτή, απλωνόταν κάτω απ’ τον ίσκιο από πλατάνια θεόρατα, που με τα χρόνια έγιναν φρουροί σιωπηλοί και σύντροφοι.
Δίπλα περνούσε το πρώτο ρέμα του χωριού, χαμηλόφωνο τραγούδι της φύσης που κυλούσε ακούραστα, ώσπου να χαθεί κάτω στον κάμπο. Εκεί, στις όχθες και στις παρυφές της αυλής, η άνοιξη είχε πάντα πρώτο λόγο. Άγρια βλάστηση ξεσπούσε και τα πουλιά, με τις φωνές τους, στόλιζαν τον τόπο με κελαηδήματα.
Από τότε που εγκαταστάθηκαν σ’ αυτόν τον τόπο, ο Γιάγκος κι η Ευανθία, κάθε γωνιά της αυλής μίλαγε για αγάπη και φροντίδα. Έσπειραν λουλούδια, χρώματα κι ευωδιές. Μα εκείνα που ξεχώριζαν πάντα, ήταν τα τριαντάφυλλα. Κόκκινα βαθιά, ροζ τρυφερά, λευκά αγνά κι ένα, μονάκριβο, πορφυρό σαν το αίμα της καρδιάς. Ο βασιλιάς των λουλουδιών, όπως τον έλεγε η Ευανθία.
Η Ευανθία, με την ποδιά δεμένη στη μέση, τα φρόντιζε ένα προς ένα. Μιλούσε, τα πότιζε με υπομονή και τα χάιδευε με βλέμμα τρυφερό. Κι εκείνα, σαν να καταλάβαιναν, άνθιζαν πιο πολύ, λες και της ανταπέδιδαν τη φροντίδα με το δικό τους τρόπο.
Το πρώτο τριαντάφυλλο κάθε Άνοιξη, ο Γιάγκος το έκοβε προσεκτικά και το πρόσφερε στην καλή του, την Ευανθία , χειρονομία αγάπης παλιάς, σταθερής. Το δεύτερο, με την ίδια ευλάβεια, το έβαζε σε χαρτί και το πήγαινε στον φίλο του , τον Άγγελο, τον γεωπόνο στο Κιλκίς, εκείνον που του είχε χαρίσει, χρόνια πριν, το πρώτο κλαδί της κόκκινης τριανταφυλλιάς. Ένα ευχαριστώ με άρωμα και χρώμα.
Έτσι περνούσαν οι εποχές στην αυλή του Τσαγκάρ του Γιάγκου. Κι αν άλλαζαν τα χρόνια, εκείνη έμενε ίδια , γεμάτη ζωή, λουλούδια και μνήμες , που ευωδίαζαν για πάντα .