Η Αυλή του σπιτιού της Νέας Δήμητρας. 

 Η Αυλή του σπιτιού της Νέας Δήμητρας. 

 Το σπίτι μας στη Νέα Δήμητρα  είχε μια μεγάλη αυλή που ήταν η κιβωτός της οικογένειας και  είχε  όλα τα  οικόσιτα ζώα . Ήταν το μέρος όπου η ζωή αναστενάζει και ανασαίνει μαζί με τα ζώα ,τα φυτά και τις αναμνήσεις . Μέσα σε ένα αγροτικό παραδοσιακό περιβάλλον γεμάτο ζωντάνια και μνήμες η αυλή μας δεν ήταν μόνο ένα φυσικό περιβάλλον. Ήταν η καρδιά του σπιτιού γεμάτη με ζώα ,  εργαλεία και καλλιέργειες  

 Δίπλα στο σπίτι μας  ήταν ένα μικρό δωμάτιο , που ήταν στημένος ο αργαλειός και  θυμάμαι καθισμένη πότε τη μαμά μου και πότε τη γιαγιά μου  να υφαίνουν . 

Ο σταβλος με τα ζώα μας ήταν το πρώτο και το πιο αγαπημένο σημείο της αυλής . Εκεί περνούσαν τις ώρες τους οι  αγελάδες,  τα μοσχαράκια , τα προβατάκια , τα κατσικάκια μαζί με τους πιστούς φυλακές της αυλής, τους σκύλους μας . Παλιά είχαμε και βουβάλια στις αυλές μας . Εδώ οι γονείς μας περιποιόταν τα αγαπημένα  μας ζώα , αυτά που μας έδιναν το γάλα που μετέφεραν στην κουζίνα μας κάθε πρωί , το κρέας ,το μαλλί. 

Μπροστά από το στάβλο υπήρχε η μικρή αποθηκούλα , γεμάτη με  γεύσεις  και αρώματα που  είχε μέσα όλα τα απαραίτητα για τη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική τους,  ένα είδος μικρής κουζίνας με το τζάκι του  και κρεμασμένα γύρω όλα τα καλούδια στον τοίχο.   

Ήταν κρεμασμένες οι κόκκινες πιπεριές ,»οι τσούσκες» σε σχοινάκι , τα κρεμμύδια  και τα σκόρδα σε πλεξούδες και  τα αποξηραμένα αρωματικά βότανα.  Πάνω σε ένα  ξύλινο τραπέζι  ήταν  το αλεύρι , τα μπλιγούρια και  οι τραχανάδες, μέσα σε υφασμάτινα τσουβάλια . Σε  άλλο ράφι ήταν το κρασί και το λαδάκι μέσα σε  γυάλινα μπουκάλια , οι πατάτες και τα ξερά κουκιά και μέσα σε μικρά υφασμάτινα πουγκιά  οι σπόροι για το φύτεμα στο μπαχτσέ.  

Και σε ένα σημείο της μικρής κουζινίτσας ήταν η φάκα,  έτοιμη να πιάσει τον πονηρό ποντικό , που τριγυρνούσε τα βράδυα , ανάμεσα στα καλούδια  και τα  τρόφιμα της οικογένειας . Στην σειρά ήταν ο ξυλόφουρνος του σπιτιού ,το κέντρο της γαστρονομικής μας χαράς , ήταν κτιστός και πάνω σε ένα τραπέζι ήταν τα απαραίτητά του , η πινακωτή  και  το  φουρνόφτιαρο .  Εδώ απολαύσαμε πρώτοι το ζεστό ψωμί και τις  φλαούνες. 

Σε μια μεγάλη  γωνιά της αυλής ήταν η μεγάλη αποθήκη που εκεί μέσα  φιλοξενούσε  τα εργαλεία που είχαν  οι παππούδες και οι μπαμπάδες μας , το άροτρο,  τα υνιά , τα λισγκάρια , τους κασμάδες, το σκεπάρνι . 

Σε μια άλλη άκρη της αυλής ήταν  ένας άλλος  μικρός στάβλος , που είχαν  μέσα τα άλογά μας . Στους τοίχους του  κρεμόταν τα καπίστρια , τα γκέμια , οι σέλες , τα χάμουρα , οι κεφαλαριές  και τα περιλαίμια με τις χάντρες και τις φούντες . Ό,τι χρειάζονταν για να ζέψουν τα άλογα και να ετοιμάσουν το κάρο , ήταν εδώ μέσα .Έξω από την αποθήκη στην αυλή   ήταν το κάρο  σταματημένο έτοιμο για τις αγροτικές δουλειές. 

Σε μια γωνιά της αυλής χωρισμένη  με τσιμεντόλιθους ή πλιθιά ήταν μια μικρή περιφραγμένη έκταση , η λεγόμενη κοπριά . Εκεί πετούσαμε τα σκουπίδια  και   ήταν μακριά από το σπίτι που  όταν γέμιζε τα μετέφεραν  σε ένα άλλον χώρο, έξω από το χωριό. 

 Στην άκρη της αυλής  σε λίγα τετραγωνικά μέτρα  ήταν ο μπαχτσές,  ένα αναπόσπαστο κομμάτι του οικιακού μας χώρου . 

 Ήταν αυτός ο χώρος που μας έδινε τα φρέσκα φασολάκια , τα μοσχομυριστά αγγουράκια ,τις ντομάτες σαν μήλα , τα κολοκύθια , τα  φρέσκα κουκιά , τον  μαϊντανό , τις μαντζάνες. Τον  χειμώνα φιλοξενούσε τα πράσα , τα σπανάκια και το σέλινο . Ο  μπαχτσές ήταν αυτός που έδινε την  ιδιαίτερη γεύση,  το χρώμα και το  άρωμα  στα φαγητά μας και ήταν το συνώνυμο του φρέσκου και του νόστιμου.  Δίπλα στον μπαχτσέ   και μέσα  σε μια σκάφη  ήταν το φυτώριο με τα φυτά , που θα μεταφυτεύονταν .  

Στην άκρη της αυλής και κοντά στο σπίτι ήταν  το πηγάδι με τον κουβά και το «τσικρίκκ» ,  την αλυσίδα που θα γυρνούσε για να κατεβάσει τον κουβά  μέσα στο πηγάδι . Έτσι  θα έφερνε πάνω το δροσερό νερό . Δίπλα στο πηγάδι χτίστηκε η βρύση  με γούρνα , όπου έπλεναν οι νοικοκυρές  τα λαχανικά τους και τα χοντρά ρούχα τους.  Το νερό έτρεχε κατά μήκος τής αυλής σε ένα μικρό χαντάκι και  γύρω του  ‘τσαλαβουτούσαν’ οι πάπιες και  οι χήνες μας .  

Πιο κάτω  ήταν τα  δέντρα , οι αβραμπουλιές ,οι ζερντελιές , οι συκιές ,  οι ροδιές και τα καβάκια, οι λεύκες . 

 Στο βάθος της αυλής υπήρχε η τουαλέτα για τις ανάγκες της οικογένειας και δίπλα ένα μικρό σπιτάκι , που ήταν το κουμάς(ι)  ή κοτέτσι . Εκεί  οι κοτούλες μας, που ήταν πόρος  ζωής για την οικογένεια και θησαυρός για τη νοικοκυρά , γεννούσαν τα αυγουλάκια τους,  που ήταν το μικρότερο σταθερό νόμισμα της εποχής εκείνης .  Το αυγό το  έδιναν οι μαμάδες μας για να αγοράσουν ζάχαρη , λάδι , αλάτι .Αυγό έτρωγε μόνο όποιος ήταν άρρωστος ή εμείς τα μικρά παιδιά , που μας το έδιναν χτυπητό με ζάχαρη. Όλη την  ημέρα οι κοτούλες μας τριγυρνούσαν  μέσα στην αυλή με τον κόκορα , που ήταν ένας και απαραίτητος. Στο κοτέτσι ήταν ο βασιλιάς της αυλής και  το ξυπνητήρι του μπαμπά μας.  

Στο υπόστεγο της αυλής ήταν οι  κούφες,  τα κοφίνια που παίρναμε μαζί μας στο χωράφι ,  για να βάλουμε τα καπνά.  Εκεί ήταν στρωμένα και τα χραμάκια , χαλάκια , που καθόμασταν για να βελονιάσουμε  τον καπνό.  Ψηλά σε ένα ράφι  ήταν η παρέα μας ,  το παλιό  ραδιόφωνο. Είχαμε και το σκυλάκι μας , τον Μούργο, που  γυρνούσε όλο το χωριό και κάποιες ώρες στεκόταν και στη δικιά μας αυλή  . 

Οι γιαγιάδες μας και οι μαμάδες μας πηγαινοέρχονταν μέσα σε αυτό, το τετράγωνο κομμάτι  γης και έκαναν καθημερινά τις δουλειές τους .Πόσες ασχολίες είχαν  καθημερινά και έπεφταν κατάκοπες  το βράδυ.  Εκεί  έξω ήταν το ένα τους βασίλειο  και το άλλο ήταν μέσα στο σπίτι , γιατί  όλη η διαχείριση και η σειρά εξαρτιόταν από αυτές τις ίδιες.  Κεντρικές μορφές της αυλής μας η γιαγιά μας και η μαμά μας επιφορτισμένες με τις καθημερινές ασχολίες, κρατούσαν ζωντανό τον ρυθμό της οικογένειας . 

 Και ήταν μια  αυτάρκης μικρή κοινότητα  η αυλή μας . Αυτές αποφάσιζαν για το πότε θα γίνουν οι  γιφκάδες,  πότε θα γίνουν τα  τουρσιά , πότε θα γίνουν οι κομπόστες και τα γλυκίσματα .Εκτός από τις φροντίδες του σπιτιού είχαν και την έννοια να βοηθήσουν και  τον άνδρα τους,   μόλις γυρνούσε με το κάρο από το χωράφι .  

Στην μπροστινή μεριά του σπιτιού  από την πλευρά του δρόμου   ήτανε ο μπαχτσές με τα λουλούδια . Κάθε λογής λουλούδια  όπως δεντρόγιες , μανουσάκια , τριαντάφυλλα , πάπιες , σαρδελλιές , βιγόνιες , ορτανσίες , βιολέτες , ρολογάκια αναρριχώμενα, φτέρες . Ολόκληρη αυτή η αυλή λειτουργούσε σαν ένα σύμβολο μιας παλιάς εποχής, όπου οι άνθρωποι ζούσαν σε αρμονία με την φύση και αντλούσαν τα αγαθά τους από την γη και τα ζώα τους . Μέσα σε αυτές τις αυλές  μέσα σε αυτούς τους μπαχτσέδες μας μεγάλωσαν και είχαν την φροντίδα μας .Και μεσα σε αυτές τις αυλές  έχουμε κάνει τα πρώτα μας βήματα και τις πρώτες μας αταξίες . 

Αλλά δεν ήταν μόνο τα ζώα , τα εργαλεία ή τα φυτά που έδιναν ζωή στην αυλή μας . Ήταν οι στιγμές που μοιράζονταν εκεί οι άνθρωποι της οικογένειας . Ήταν οι ήχοι από τα βήματα ,οι χαρές και οι λύπες σε αυτήν την αυλή , που ήταν το ίδιο το σπίτι , η καρδιά του κόσμου μας .  

Ελένη Τσιφτσόγλου  

Έτος 2023 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή