Η Αυλή που Γινόταν Κόσμος  

Η Αυλή που Γινόταν Κόσμος  

“Μα εγώ θα έδινα τα πάντα να γινόμουνα, 

πάλι παιδί λίγο να βρισκόμουνα, 

στις ίδιες τάξεις, στα ίδια θρανία, 

με τους συμμαθητές μου να κάνω αστεία 

και τους καθηγητές που κοιτάζουν καχύποπτα, 

τα μαθητικά τα χρόνια δεν τ’ αλλάζω με τίποτα”   

Στίχοι – μουσική : Νίκος Καρβέλας  

Ερμηνεία : Άννα Βίσση  

Στη Νέα Δήμητρα τα παιδικά μας χρόνια είχαν τον δικό τους ρυθμό, σαν χτύπος καμπάνας που αντηχούσε σε κάθε γωνιά του χωριού. Το σχολείο δέσποζε στην άκρη του χωριού , λιτό και περήφανο, με τις μεγάλες αίθουσες και τις ξύλινες πόρτες που έτριζαν κάθε φορά που τις σπρώχναμε με λαχτάρα ή με δισταγμό. 

Εκεί, στην είσοδο, γεννήθηκαν οι πιο τρελές μας σκανταλιές. Ο Φώτης Παπαδόπουλος του Γιακίμ  και ο Νίκος Γεωργιάδης του Κωνσταντή,  είχαν βρει το πιο ευφάνταστο παιχνίδι. Έστηναν μπλόκο κι έπαιρναν τον ρόλο των εισπρακτόρων. Για να περάσουμε έπρεπε να δώσουμε εισιτήριο, κι εισιτήριο δεν ήταν παρά μια μικρή πέτρα από την αυλή ή τον δρόμο. Όσοι μπαίναμε γινόμασταν επιβάτες στο φανταστικό μας λεωφορείο,  στριμωχνόμασταν, γελούσαμε, κάναμε πως ταξιδεύαμε σε άγνωστες πολιτείες, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχαμε κουνηθεί ούτε βήμα. 

«Εισιτήριο παρακαλώ!» φώναξε ο Φώτης, απλώνοντας το χέρι. 

– «Χωρίς πέτρα, δεν περνάς!» συμπλήρωσε γελώντας ο Νίκος”. 

Ένα-ένα τα παιδιά μάζευαν μικρές πέτρες από το χώμα και τις κατέθεταν σαν πολύτιμους θησαυρούς. Όσοι πλήρωναν, έμπαιναν στο υποτιθέμενο λεωφορείο, στριμώχνονταν, έσπρωχναν και γελούσαν. 

– «Φύγαμε για Θεσσαλονίκη!» φώναξε κάποιος από πίσω. 

– «Όχι, για την Κωνσταντινούπολη!» απάντησε άλλος, και όλοι ξέσπασαν σε γέλια. 

Όμως τα μάτια του δασκάλου δεν ξεγελιόνταν εύκολα. Τα γέλια πάγωσαν. Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας, με τις πέτρες ακόμη στα χέρια. Ο δάσκαλος δεν χρειαζόταν πολλές εξηγήσεις. 

«Τι γίνεται εδώ; Λεωφορείο μέσα στο σχολείο;» είπε κοφτά. 

– «Και οι εισπράκτορες… και οι επιβάτες!» είπε. 

Ο Νίκος Τούλιας μας ανακάλυψε. Και τότε το παιχνίδι είχε τέλος. Μας μάζεψε όλους στην τάξη και, χωρίς εξαιρέσεις, μοίρασε από μια βιτσιά στα χέρια.  

Μια-μια οι παλάμες απλώθηκαν μπροστά. Η βέργα κατέβηκε κι άφησε το κόκκινο σημάδι της. Μια βιτσιά στον καθένα. Κανείς δεν εξαιρέθηκε. Το λεωφορείο μας είχε μόλις διαλυθεί. 

Ο πόνος ήταν στιγμιαίος, αλλά το γέλιο που καταπνίγαμε μετά, κοιτώντας ο ένας τον άλλον πίσω από τα θρανία, έμεινε για πάντα χαραγμένο μέσα μας. Ήταν εκείνο το γέλιο της συνενοχής, της κοινής περιπέτειας, που μας έδενε ακόμη περισσότερο σαν παρέα. 

Όταν χτύπησε το κουδούνι, η αυλή γέμισε ξανά φωνές. Η βέργα ξεχάστηκε γρήγορα, μα το λεωφορείο μας δεν σταμάτησε ποτέ πραγματικά. Ακόμη και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, όταν φέρνω στη μνήμη εκείνη τη σκηνή, νιώθω πως όλοι είμαστε ακόμη εκεί: εισπράκτορες και επιβάτες, με ένα εισιτήριο πέτρας στο χέρι και με το γέλιο μας να αντηχεί κάτω από τον ουρανό της Νέας Δήμητρας. 

Οι αίθουσες  του σχολείου μας τότε  μύριζαν κιμωλία και ξύλο. Στα θρανία μας χαράζαμε με τα μολύβια μικρά σημάδια, σαν να θέλαμε να αφήσουμε το ίχνος μας στον χρόνο. Οι τσάντες μας ήταν οι πρώτες της ζωής μας. Όχι αγορασμένες από μαγαζί, αλλά υφασμάτινες, ραμμένες από τις μανάδες μας με προσοχή και αγάπη. Μέσα τους χώρεσαν όχι μόνο βιβλία και τετράδια, αλλά κι ολόκληρη τη  στοργή του σπιτιού. Κάθε βελονιά πάνω τους ήταν υπόσχεση πως η μάνα μας ήταν εκεί, ακόμη κι όταν εμείς περνούσαμε ώρες στην τάξη. 

Και όταν χτυπούσε το κουδούνι για διάλειμμα, η αυλή γινόταν κόσμος ολόκληρος. Παίζαμε  με ό,τι βρίσκαμε, τρέχαμε κυνηγητό, στήναμε παιχνίδια που σήμερα μοιάζουν απλά, αλλά τότε ήταν περιπέτειες. Οι φωνές μας αντηχούσαν μέχρι τα σπίτια  κι οι μεγαλύτεροι χαμογελούσαν από μακριά, σαν να ξαναζούσαν κι εκείνοι τα δικά τους παιδικά χρόνια μέσα από εμάς. 

Ήταν μια εποχή φτωχή σε υλικά αγαθά, μα πλούσια σε χαρά και ανεμελιά. Δεν μας έλειπε τίποτα, γιατί ό,τι είχαμε το ζούσαμε μαζί. Ένα μολύβι που άλλαζε χέρια, ένα κομμάτι ψωμί που μοιραζόμασταν στο διάλειμμα, μια πέτρα που γινόταν εισιτήριο, αυτά ήταν οι θησαυροί μας .  

Κι όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια, οι εικόνες εκείνες μένουν ζωντανές,το ξύλινο θρανίο, η φωνή του δασκάλου, το παιχνίδι στην αυλή, οι πρώτες μας τσάντες στις παιδικές πλάτες.  

Τα μαθητικά χρόνια στη Νέα Δήμητρα ήταν μια εποχή που μας έπλασε και μας έδεσε με νήματα αόρατα, κι όσο κι αν μεγάλωσαν οι δρόμοι μας, εκείνο το «λεωφορείο» με το πέτρινο εισιτήριο μας χωράει όλους ακόμα, όπως τότε. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή