Η Αυλή με τις Φιλενάδες . 

Η Αυλή με τις Φιλενάδες . 

Μες στην αυλή μας στη Νέα Δήμητρα , στο σπίτι, η γιαγιά μου, η Τσάκαινα, μάζευε τις φιλενάδες της , τις γειτόνισσες, τις κουμπάρες, τις ξαδέρφες  και όλες μαζί, με μαντίλια στα κεφάλια και τα μανίκια σηκωμένα, έπιαναν δουλειά. 

Η γιαγιά  μου η Τσάκαινα ήταν η πρώτη που έστηνε το σοφρά στη μέση της αυλής μόλις ζέσταινε ο καιρός.  Εκεί έφτιαχνε τον τραχανά ,τους γιφκάδες και τα κουσκούσια . Από καιρό ετοίμαζε τα αλεύρια , τις κόκκινες τις κολοκύθες , μάζευε τα αυγά και άπλωνε το άσπρο πανί.  Έδενε το μαντίλι σφιχτά πίσω απ’ τα μαλλιά κι έβαζε μπροστά τα αλεύρια και τα αυγά, λες κι έφτιαχνε ολόκληρο σπίτι από ζυμάρι και μυρωδιά. Ερχόταν η αδελφή της η Σμαραγδή  η Καλφοπούλου η Πουρουρού, οι γειτόνισσες η Βασώ η Τσελεπίδαινα και η Θεανώ του Βασιλόπουλου , η  αξαδέλφη της η Πιπίνα του Λεβενταρά και η Αλεξάντρα η Σωκράταινα .  

Απλώνανε μεγάλα σεντόνια , τις απλάδες ,πάνω στα τραπέζια και στις ψάθες και  κάθονταν ολόγυρα. Η μια ζύμωνε, η άλλη έκοβε, η τρίτη άπλωνε φύλλο λεπτό σαν το τσιγαρόχαρτο. Γελούσαν, κουτσομπόλευαν, έλεγαν τα βάσανά τους κι ανάμεσα στα λόγια έπεφτε αλεύρι στα μαλλιά τους, λες και γίνονταν κι αυτές κομμάτι του τραχανά. 

Όλες βοηθούσαν για να ζυμώσουν, να τρίψουν , να κόψουν .   

Η Τσάκαινα ήξερε να τις βάζει όλες σε τάξη: 

— «Εσύ Βατσώ , κάτσε στην άκρη, το χέρι σου δεν το έχει το άνοιγμα! Εσύ, Σμαραγδή έλα να τρίψεις στο κόσκινο . ” 

_Μαρ(ή), να γυρέψμε  το κόσκινο της Ζαχαρένιας  του Αλπμάνν . Με ‘κείνο γένονται πιο μεγάλα τα κουσκούσια .  Τρέχα, Νούλα και γύρεψτο  το . Πέστηνα ,το θέλ(ει) η γιαγιάμ η Τσάκαινα .  Και κόσευε , έτρεχε , η εγγονή της η Νούλα (α)πο ‘δω τη σούδα της Βασώς .  

Κι έτσι περνούσε η μέρα, με τον ήλιο να καίει από πάνω κι εκείνες να φτιάχνουν προίκα για τον χειμώνα. 

Η αυλή γινόταν εργαστήρι και πανηγύρι μαζί  κι η Τσάκαινα, αρχόντισσα, με το κουτάλι και το μαχαίρι να σπέρνει νοικοκυροσύνη. 

Όλη μέρα περνούσε στην αυλή, κάτω απ’ τον ήλιο, ανάμεσα σε σεντόνια, αλεύρια και γέλια . Οι φιλενάδες της γιαγιάς μου κάθονταν στα σκαμνάκια, πότε έπιαναν το φύλλο, πότε ξαπόσταιναν λίγο με τον αγκώνα στο γόνατο, να πουν κανένα νέο. Μιλούσαν για παιδιά που μεγάλωναν, για γάμους που ετοίμαζαν, για χωράφια που περίμεναν βροχή, για πίκρες που δεν τις έλεγαν παραέξω,  εκεί  στη ζύμη όμως  έβρισκαν τρόπο να ξαλαφρώσουν. Ιστορίες από το χωριό, από την προσφυγιά, από τα σπίτια που αφήσανε πίσω κι από τα σπίτια που ξανάχτισαν εδώ.  

Γελούσαν με τα παλιά, κουτσομπόλευαν τα καινούρια και άμα έπεφτε καμμιά σιωπή, μόνο ο ήχος από το μαχαίρι που έκοβε τους γιουφκάδες ακουγόταν .  

Όταν στέγνωνε ο τραχανάς,  μας μάζευε η γιαγιά γύρω της κι εγώ εκεί,  και μας έδινε λίγο τραχανά ωμό, να δοκιμάσουμε, να μας πιάσει το στομάχι, να μάθουμε να λέμε «ευχαριστώ» στη γη και στα χέρια. 

Σαν έγερνε ο ήλιος  μάζευαν τα ζυμάρια, τίναζαν τα χέρια τους από το αλεύρι κι έμπαιναν μέσα στο  κουζινάκι .  Εκεί η γιαγιά μου άναβε  το τζάκι ,  έβαζε τον μεγάλο τεντζερέ  και από  ό,τι είχαν φτιάξει όλη μέρα , τραχανά ,γιουφκάδες και κουσκούσια , το ’ριχνε στο νερό. Να βράσει, να μοσχομυρίσει ο κόπος τους. 

Η Τσάκαινα ήταν γυναίκα τρανή, με δυο χέρια γερά σαν  ανακάτευε  με τις κουτάλες . Μιλούσε πολύ και  δούλευε πολύ, κι όταν έστρωνε τραπέζι, έλεγε: «Φάτε, να ‘χετε ευχή μου». 

Όταν ήταν έτοιμος ο τραχανάς , η γιαγιά σήκωνε την κατσαρόλα και σέρβιρε με την ξύλινη κουτάλα , πρώτη κουταλιά πάντα στον πιο μικρό, να ‘χει δύναμη. Κι ύστερα, έβαζε και στο πιάτο της, καθόταν κοντά στο σοφρά , άπλωνε τα πόδια της, ξεφυσούσε τον αχνό κι έλεγε: 

— «Αυτός ο τραχανάς μας ζει. Μη μου φέρνετε ξενόφαγα, αυτά να θυμάστε!» 

Καθόντουσαν γύρω-γύρω στον χαμηλό σοφρά κι έτρωγαν όλες  μαζί, μασουλώντας αργά, να κρατήσει η στιγμή. Έλεγαν: «Τι να μας λείψει; Να ’μαστε καλά να ξαναζυμώσουμε!» 

Κι έτσι τέλειωνε η μέρα, με τον ήλιο να βασιλεύει πίσω απ’ τον φούρνο και την αυλή να σωπαίνει, μα το σπίτι να γεμίζει κουβέντες, αχνό και ευχαρίστηση. 

Σαν χόρταιναν και ζεσταίνονταν καλά, έσπρωχναν πίσω τα πιάτα, σταύρωναν τα χέρια στην ποδιά τους και χαμογελούσαν η μια στην άλλη, σαν να ’χαν κάνει μεγάλο καλό. 

Η γιαγιά μου τις ξεπροβόδιζε μέχρι την αυλόπορτα, καμιά δεν έφευγε χωρίς να πάρει λίγο τραχανά τυλιγμένο σε πανί ή καμιά χούφτα γιουφκάδες, για να πάει το άρωμα του σπιτιού μας και στα δικά τους σπίτια. 

Στην έξοδο, έλεγαν τα τελευταία: 

— «Να ’χουμε υγειά, Τσάκαινα και του χρόνου πάλι.» 

— «Ο Θεός να μας αξιώσει!» 

Έφευγαν σιγά σιγά μέσα στο σκοτάδι, με τα μαντίλια δεμένα σφιχτά στο κεφάλι, γελώντας ακόμα. Κι η αυλή έμενε άδεια, μα μοσχοβολούσε ζεστασιά και μυστικά, ώσπου να ξημερώσει άλλη μέρα. 

Και σαν έσφιγγαν τα κρύα, έβραζε τραχανά και μοσχοβόλαγε ο τόπος. Μυρουδιά που σμίγει μνήμες. 

Κι όλο το σπίτι μύριζε ζεστασιά και αγάπη. Έξω ο αέρας λυσσομανούσε, μα μέσα είχαμε το μαγκάλι, τον τραχανά και την Τσάκαινα.  

Η γιαγιά μου η Τσάκαινα  δεν είναι πια. Μα άμα βράσει ο τραχανάς στο σπίτι μου, ακόμα την ακούω να λέει: «Μη φοβάσαι το ζυμάρι. Τα χέρια να φοβάσαι αν πάψουν να δουλεύουν.» 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή