Η Αυγίτσα από την Κρώμνη
Δεν τη γνώρισα. Κι όμως, το όνομά της, γραμμένο σε έναν παλιό κατάλογο προσφύγων, μου μίλησε πιο δυνατά απ’ ό,τι χίλιες ιστορίες.
Η Αυγή Μελίδου , γυναίκα της Κρώμνης, άφησε πίσω πατρίδα, τάφους, παιδικά χρόνια, τον ουρανό της Ανατολής. Ήρθε πρόσφυγας με έναν αριθμό και μια ελπίδα. Πέρασε απ’ τη Δράμα, ρίζωσε στο Μαυρονέρι. Δεν ζήτησε τιμές. Μόνο γη να πατήσει και ψωμί να μοιράσει. Και ίσως λίγη ησυχία.
Τη φαντάζομαι να στέκεται σιωπηλή, να κοιτά μπροστά, κρατώντας ό,τι δεν μπορούσε να κουβαλήσει κανένα τρένο, τις αναμνήσεις της. Να γέρνει, μα να μη σπάει.
Η Αυγή δεν ήταν απλώς μία πρόσφυγας. Ήταν μία αρχή. Ένα ρίζωμα από το οποίο φύτρωσαν ζωές, ιστορίες, εμείς.
Την έλεγαν Αυγή, μα όλοι τη φώναζαν Αυγίτσα, με μια γλύκα που ταίριαζε στο όνομά της και στη θωριά της. Ήταν η κόρη του Χαράλαμπου και ξεριζώθηκε μικρή απ’ την Κρώμνη του Πόντου, φέρνοντας μαζί της τον πόνο του ξεριζωμού, τη μυρωδιά της πατρίδας και τη λεβεντιά του γένους της. Πρόσφυγας με την οικογένειά της, βρέθηκε στη Δράμα, σε μια νέα γη, ξένη κι άγνωστη. Ήρθε από τον τόπο της ως πρόσφυγας με αριθμό δήλωσης 88121 και τόπο εγκατάστασης πρώτα τη Δράμα, όπως πήγαν και άλλοι Κρωμώτες . Είναι εγγεγραμμένη στον Ονομαστικό Κατάλογο Προσφύγων Αγροτών.
Η μακρινή πατρίδα της, η Κρώμνη , ήταν μια ιστορική κωμόπολη του Πόντου . Τον Ιανουάριο του 1924, μέσα στο καταχείμωνο , δόθηκε η εντολή εκκένωσης της Κρώμνης . Μετά από πεζοπορία μιας εβδομάδας οι εκπατρισμένοι, έφτασαν στην Τραπεζούντα και από εκεί με καράβια ήρθαν στην Ελλάδα, όπου εγκαταστάθηκαν στην Δράμα και Θεσσαλονίκη .
Η Αυγίτσα η Μελίδου, έζησε αυτή την προσφυγιά και η ζωή δεν της χάρισε ανάσα. Έμεινε χήρα νέα, μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά, τον Γιάννη, που όλοι τον ήξεραν σαν Γιαγκούλη. Ήταν δύσκολοι καιροί για τις γυναίκες χωρίς άντρα. Η κοινωνία τις λύγιζε με το βλέμμα της, τις φόρτωνε ντροπή κι ενοχή για κάτι που δεν διάλεξαν. Μα η Αυγίτσα στάθηκε αγέρωχη και όρθια .
Ήρθε στο Μαυρονέρι, ένα χωριουδάκι που έμοιαζε περισσότερο με υπόσχεση παρά με λιμάνι. Ήρθε με μια βαλίτσα αναμνήσεις και λίγο ψωμί τυλιγμένο σε μαντίλι. Εκεί γνώρισε τον Ευσέβιο Σπυρίδη, γιο του Παύλου, πρόσφυγας κι εκείνος από το μακρινό Χάσκιοϊ του Καυκάσου, από τις ερημιές του Καρς. Δυο ψυχές που κουβάλησαν τον ίδιο καημό ενώθηκαν με γάμο απλό, με ρίζες όμως βαθιές.
Ο Γιαγκούλης, το στερνοπαίδι της καρδιάς της, μεγάλωσε και άνοιξε το καφενείο στην άκρη του χωριού. Ένα καφενείο που έγινε καταφύγιο και στέκι, ένα μέρος όπου οι Μαυρονεριώτες έβρισκαν συντροφιά, έναν μεζέ, ένα ποτήρι ούζο κι έναν λόγο να χαμογελάσουν.
– «Μάνα», της έλεγε ο Γιαγκούλης όταν άρχισε να καταλαβαίνει, «γιατί δε γελάς ποτέ;»
– «Γελάω, παιδί μ’, μόνο που γελάω μέσα μου. Το γέλιο το δικό μας δεν είναι για να το φωνάζουμε. Είναι σαν το λιβάνι ,το κρατάμε για τις ψυχές».
Κι η Αυγίτσα, πάντα δίπλα του. Ξυπνούσε πριν ξημερώσει, σκούπιζε αυλές και σοκάκια και μετά έμπαινε στο καφενείο. Εκεί, με προσοχή κι αγάπη, γυάλιζε τα ποτήρια, λες και ετοίμαζε τον τόπο για λειτουργία. Δεν λογάριαζε κόπωση ούτε χρόνια. Οι γυναίκες εκείνης της γενιάς δεν μέτραγαν τον μόχθο, ήταν φτιαγμένες από άλλης πάστας πηλό. Έδιναν ό,τι είχαν και δεν κρατούσαν τίποτα για τον εαυτό τους.
«Ξενιτεμένοι κι οι δυο», της είπε εκείνος ένα δειλινό, δίπλα στον φούρνο.
– «Σαν πέτρες που μας ξεκόλλησε το ποτάμι», απάντησε.
– «Να ριζώσουμε εδώ;»
– «Αν έχεις καρδιά, ριζώνεις και πάνω σε πέτρα».
Κι έτσι έγινε.
Ο Γιαγκούλης μεγάλωσε και άνοιξε το καφενείο στην άκρη του χωριού. Κάθε πρωί, η Αυγίτσα σκούπιζε τις αυλές και μετά, σκυφτή αλλά περήφανη, γυάλιζε τα ποτήρια με κινήσεις αργές, σχεδόν τελετουργικές.
– «Μάνα, άσ’ τα σήμερα. Είσαι κουρασμένη».
– «Άμα με δεις και κάθομαι, τότε να φοβηθείς. Οι γυναίκες δε σταματούν. Μόνο όταν φεύγουν».
Το καφενείο έγινε τόπος συνάντησης. Εκεί λύνονταν οι καημοί και έδεναν φιλίες.
– «Γιαγκούλη! Ρίξε δυο τσιπουράκια και βάλε μεζέ!» φώναζε ο μπάρμπα- Θωμάς .
– «Έλα, Θωμά. Η μάνα μου έφτιαξε ελιές στο ξύδι. Θα με θυμηθείς».
– «Αυγίτσα! Πάλι στο πόδι είσαι;»
– «Αν δεν τρέξει το χέρι της μάνας, δε δένει το σπίτι, κυρά Ευδοκία . Εσύ τα ξέρεις “.
Το καφενείο του Γιαγκούλη έγραψε τη δική του ιστορία στο χωριό. Όμως χωρίς τη σκιά της Αυγιτσάς, χωρίς την ακούραστη παρουσία της, δεν θα είχε γίνει το ίδιο. Ήταν η ψυχή που έδινε ζωή στα πρωινά και η σιγανή φλόγα που κρατούσε τη ζεστασιά τις νύχτες. Τα χρόνια πέρασαν, το καφενείο άλλαξε, το χωριό άλλαξε, μα η φιγούρα της Αυγίτσας έμενε η ίδια. Σα σκιά ευλογημένη, που προστάτευε τα πάντα χωρίς να ζητά τίποτα.
Η Κρώμνη, ο τόπος που άφησε πίσω της , ήταν ένα μελίσσι ψυχών και ήχων. Εκεί, η λύρα δεν ήταν όργανο , ήταν φωνή. Κάθε σπίτι είχε κι έναν λυράρη, κάθε σοκάκι αντηχούσε τραγούδια, κάθε στεναγμός γινόταν δίστιχο. Τα Κρωμέτκα τραγωδίας, εκείνα τα βαθιά, ποντιακά δίστιχα , μιλούσαν για έρωτες, για ξεριζωμούς, για μάχες και για μανάδες που περίμεναν γιους που δεν γύρισαν.
Αυτό το χάρισμα ή μήπως ήταν κληρονομιά ; το είχε κι ο Γιαγκούλης.
– «Αυτό το παιδί έπιανε τη λύρα σα να είχε γεννηθεί μ’ αυτήν στην αγκαλιά», έλεγε η Αυγίτσα.
– «Δεν του τη μάθαμε εμείς.Την έμαθε μόνος του . “.
Τα βράδια στο καφενείο, μόλις έπεφτε το φως κι οι άντρες σιωπούσαν από το κρασί και τον μεζέ, εκείνος έφερνε τη λύρα στην αγκαλιά του. Την άγγιζε όπως θα άγγιζε κάποιος μια παλιά φωτογραφία αγαπημένου προσώπου.
– «Γιαγκούλη, παίξε εκείνο για την μάνα», του ζητούσε ο πατέρας του ο Ευσέβιος.
– «Ατό που λέμεν: “Έφυγες μάνα κι έκλαψεν ο κόσμος όλος;”»– «Ατό…»
Και τότε, η φωνή του Γιαγκούλη χαμήλωνε, κι η λύρα έκλαιγε γλυκά.
” Έχουνε μάνα έναν καημό, και γω έχω δυο και τρεις…” Οι γέροι στο καφενείο δάκρυζαν.
Η Αυγίτσα, σιωπηλή στη γωνιά, καθαρίζοντας ποτήρια, κοίταζε τον γιο της. Δεν χαμογελούσε. Δεν ήθελε να σπάσει τη μαγεία. Μα μέσα της έλεγε:
– «Η Κρώμνη δεν χάθηκε. Είναι εδώ. Στου γιου μου τα δάχτυλα και στ’ αναστέναγμα της λύρας του».
Από τότε, το καφενείο δεν ήταν μόνο τόπος συνάντησης. Ήταν σκηνή, ήταν μνήμη, ήταν συνέχιση. Και στο Μαυρονέρι, όσο ακουγόταν η λύρα του Γιαγκούλη, οι νεκροί της Κρώμνης κάθονταν ήσυχα στις σκιές, με χαμόγελο.
Μια μέρα, καθισμένη σε μια ψάθινη καρέκλα, ψιθύρισε:
– «Τον κόσμο τον περπάτησα. Μα δεν ξερίζωσα ποτέ την Κρώμνη απ’ την καρδιά μου».
Ο Γιαγκούλης τη φίλησε στο μέτωπο.
– «Εσύ ήσουν η Κρώμνη, μάνα. Την έφερες εδώ. Και τη ρίζωσες στον καφέ και στο ούζο μας».
Εκείνο το βράδυ είχε πέσει στο Μαυρονέρι και στο καφενείο είχε απομείνει μόνο η Αυγίτσα με τον Γιαγκούλη. Η Αυγίτσα αρχίζει να διηγείται στον Γιαγκούλη έναν γάμο όπως τον έζησε μικρή στην Κρώμνη.
Εκείνος καθάριζε τη λύρα του κι εκείνη καθόταν στη γωνιά, με το βλέμμα χαμένο στο σκοτάδι πίσω απ’ το παράθυρο.
– «Γιαγκούλη μ’… Να σου πω πώς γινόταν ένας γάμος στην Κρώμνη; Να δεις τι ήταν οι μέρες εκείνες, που ακόμη κι ο ουρανός γιόρταζε…»
Ο Γιαγκούλης σταμάτησε. Έγειρε λίγο τη λύρα στην αγκαλιά του. Την ήξερε την Αυγίτσα του ,όταν έπιανε τέτοια κουβέντα, η ψυχή της ταξίδευε.
– «Μιλάς, μάνα. Εγώ σε ακούω.»
– «Ο γάμος δεν ήταν μια μέρα, παιδί μου. Ήταν επτά. Όλη η βδομάδα ήταν για την τιμή των παιδιών. Από τη Δευτέρα στολίζανε τα σπίτια. Τα κορίτσια πλέκανε στεφάνια με δεντρολίβανο και βασιλικό. Η μάνα της νύφης έκλαιγε… όχι από λύπη, μα από χαρά που η κόρη της πήγαινε με τιμή. Κι η λύρα, γιε μου , δεν σταματούσε στιγμή.»
” Ελάτε να χορεύ’τε,
σήμερα γάμος γίνεται κι η νύφε άμον φεγγάρι».
– «Θυμάσαι έναν γάμο, μάνα, πιο πολύ απ’ τους άλλους;»
– «Ναι… Τον γάμο της Μαρίας , της ξαδέρφης μου. Όμορφη κοπέλα, σαν ζωγραφιά. Ο γαμπρός της, Χαραλάμπ’ς, ήταν λυράρης. Έπαιζε και τραγουδούσε για τη νύφη του μπροστά σε όλο το χωριό. Είχε μια φωνή που ανέβαινε ψηλά ”
Η Αυγίτσα σηκώθηκε αργά, πήγε ως την άκρη του πάγκου και πήρε ένα παλιό μαντήλι.
– «Αυτό το φορούσα τότε… ήμουν δεν ήμουν δεκαπέντε χρονών. Θυμούμαι πως μόλις έπαιζε το “άτε, άτε, καλορίζικα”, ο κόσμος σηκωνόταν όρθιος και χόρευε .
” Σήμερα νύφ’ επήραμεν και νύφ’ θα καλοπιάσουμ’,
τα τραπέζια στρώσατε και λύρες να χορεύβμε .
– «Έκλαιγες, μάνα, στον γάμο;»
– «Όχι . Έκλαιγα μετά. Όταν τέλειωναν όλα. Γιατί ήξερα πως τέτοιες στιγμές δεν κρατούν για πάντα. Αλλά τότε ήμασταν πλούσιοι… όχι με λεφτά. Με γλέντι, με πατρίδα, με ανθρώπους.»
Η φωνή της χαμήλωσε. Κρατούσε το μαντήλι στα χέρια της σα να κρατούσε την ίδια την Κρώμνη.
– «Γι’ αυτό παίξε, Γιαγκούλη μου. Παίξε όπως έπαιζαν τότε, στο σπίτι της Μαρίας. Να ξαναζήσει ο κόσμος που χάθηκε.»
Ο Γιαγκούλης πήρε τη λύρα και, χωρίς να πει λέξη, άρχισε να παίζει αργά, βαριά. Οι νότες χύθηκαν σαν λιβάνι στον χώρο. Έπειτα σιγοτραγούδησε:
” Μάνα μ’, εσύ μ’ εγέννησες και με τραγούδια μ’ έθρεψες,
και μ’ ένα γάμο θύμησες, πως όλα πάλι ανθίζουν…”
Η Αυγίτσα δεν μίλησε άλλο. Έκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε. Ίσως εκείνη την ώρα, να ήταν πάλι στην Κρώμνη. Με τους λυράρηδες, τις νύφες, τα στεφάνια και τα βασιλικά.
Στα βαθιά γεράματά της, η Αυγίτσα δεν έπαψε ποτέ να υπηρετεί τη ζωή με τον ίδιο σεβασμό. Όπως έκανε τότε, στην Κρώμνη, πριν ο κόσμος της γκρεμιστεί. Και ίσως, μέσα από τον Γιαγκούλη, το καφενείο και τη μνήμη των συγχωριανών της, να μην έφυγε ποτέ στ’ αλήθεια.