Η Ασημάκαινα  της Νέας Δήμητρας: Παράδειγμα Ζωής  

Η Ασημάκαινα  της Νέας Δήμητρας: Παράδειγμα Ζωής  

Σήμερα θυμόμαστε την  γιαγιά  Ασημάκαινα , μια γυναίκα -σύμβολο  θάρρους και αφοσίωσης που αποτελεί παράδειγμα μάνας, που πάλεψε για τα παιδιά της  

Το  πραγματικό της όνομα ήταν Σουλτάνα  αλλά  στο χωριό μας ,τις  γυναίκες τις ονόμαζαν από τους άνδρες τους . Έτσι έγινε η Ασημάκαινα . Ασημάκης ο άνδρας της ,  Ασημάκαινα η γυναίκα ,κουβαλώντας επάξια το όνομα αυτό σε όλη της την ζωή. Ο άνδρας της,  ο Ασημάκης Εσκιόγλου βρέθηκε στην δίνη του Εμφυλίου Διχασμού και Σπαραγμού.Τους έβαλαν φωτιά το σπίτι και τελευταία στιγμή, κάποιος καλός άνθρωπος, έβγαλε έξω τα παιδιά ,που ήταν εννιά .Κάθε ένα μια ανάσα ζωής για την Ασημάκαινα .Είχαν πάρει φωτιά τα ρούχα τους ,  τα  έβγαζαν έξω στον δρόμο και τους έκλεψαν  και τα τρία άλογα .Το  πουλάρι,  επειδή δεν μπορούσε να περπατήσει, το άφησαν στην αυλή. Τους άφησαν μόνο την ψυχή τους .  

Η Σουλτάνα(1901-1979)  το γένος Καμπούρη , με τον άνδρα της Ασημάκη (1898-1944) ήρθαν από το Λαζάρκιοϊ  της Τσατάλτζας της Νομαρχίας Κωνσταντινούπολης της Ανατολικής Θράκης , από την Πατρίδα .  

Ο πατέρας του Αςημάκη, ο Στέφανος , ήταν πρόεδρος στο χωριό του και ζούσαν εκεί  μια φιλήσυχη ζωή. Ο Ασημάκης και η Σουλτάνα παντρεύτηκαν εκεί και είχαν ένα παιδί , την Αννίκα . Ήταν νιόπαντρο ζευγάρι στην Πατρίδα  και ξεκίνησαν την ζωή τους ευτυχισμένοι . 

Τους πρόλαβε  όμως η προσφυγιά και την  ρήμαξε . Ξεριζώθηκαν και το  1924 ήρθαν στην Νέα Δήμητρα μαζί με άλλους συγγενείς τους . 

Ερχόμενοι στην καινούρια πατρίδα, προσπάθησαν να φτιάξουν την οικογένειά τους. Ήρθαν από εκεί  κουβαλώντας πίκρες  και αναμνήσεις από την πατρίδα τους . Εδώ έκαναν αλλά εννιά  παιδιά . Το ένα από αυτά ο Στέργιος  πέθανε ,  στους έξι μήνες ζωής  του .Πορεύονταν μέσα στην φτώχεια τους και μεγάλωναν τα παιδιά τους, ώσπου εκείνα τα πέτρινα χρόνια  , τους κατέστρεψαν . 

 Τον άνδρα της Ασημάκη τον σκότωσαν  το 1944 στο Κιλκίς και η γυναίκα του γυρνούσε  όλα τα μέρη  για να τον βρει .Μάταια όμως .Γύρισε πίσω μια χήρα γυναίκα με τόσο βαρύ φορτίο στο κεφάλι της . Μια μάνα  μόνη με μεγάλο πόνο. Αυτό το βαρύ φορτίο θα μπορούσε να την είχε γονατίσει ,όμως εκείνη στάθηκε . 

Έβαλε τα μαύρα, φόρεσε το μαύρο  τσεμπέρι και ανασκουμπώθηκε . Τα εννιά παιδιά της ήθελαν και μάνα και μπαμπά και πήρε τους ρόλους αυτούς .Μόνη της χωρίς κανένα στήριγμα ανέλαβε να τα βγάλει  πέρα . 

Αυτή ήταν η μάνα, αυτή ήταν  και η παρηγοριά και  η στοργική  αγκαλιά ,που θα έκλεινε το κάθε παιδί της στα βάσανα της ζωής του. 

Έζεψε το άλογο  στο κάρο και άρχισε να καλλιεργεί την γη. Αυτή ήταν η ελπίδα της .Πρέπει να ζήσουν τα παιδιά της. 

Έπαιρνε μαζί της, τον δωδεκάχρονο Στέφανο, που την  βοηθούσε στο όργωμα και στο θέρισμα. Τα άλλα παιδιά της ήταν κορίτσια με ένα ακόμη αγόρι  το πιο μικρό. Αγωνιζόταν χωρίς βοήθεια γιατί εκείνα τα χρόνια όλοι είχαν  την φτώχεια τους. 

Της πρότειναν να δώσει τα παιδιά για υιοθεσία και ήταν ανένδοτη.  Ήταν μια ακούραστη εργάτρια που δεν δέχθηκε να τα αποχωριστεί . 

Τα χρόνια εκείνα  πήγαιναν τα κορίτσια  για υπηρετριούλες  σε πλούσια σπίτια στην πόλη. Δεν δέχθηκε ούτε αυτό. Κράτησε όλα τα παιδιά κοντά της. Ο Θεός  της τα έδωσε στην ζωή  ,έλεγε , και  πίστευε πως με θυσίες και κόπους ,θα τα μεγαλώσει. Με  την βοήθειά του  θα σταθεί μέρα- νύχτα στο προσκεφάλι τους, θα τα βοηθήσει και ήξερε ότι δεν είναι μόνη και τον έχει κοντά της . 

 Το σπιτάκι της φτωχικό  και τα υπάρχοντά της λίγα. Στην αυλή της είχε αγελάδες και βουβάλια , για το γάλα των παιδιών της. Καλλιεργούσε το  χωράφι κάτω στην λίμνη ,  έβαζε βαμβάκι και όλα τα παιδιά της βοηθούσαν. Ανεβασμένα ένα  «τσούρμο» παιδιά  στο κάρο,  όπως τα έλεγε η ίδια ,  με γέλια και χαρές,  πήγαιναν κάθε μέρα στο χωράφι . Πότε για τσάπισμα, πότε  για αραίωμα  ,πότε για μάζεμα στο βαμβάκι. Όλη η πολυμελής οικογένεια  κόπιαζε  για το καθημερινό καρβέλι .  

Η  χαρά και η ελπίδα για ζωή, τους έκανε να τραγουδούν στον δρόμο ,πάνω στο κάρο, κάνοντας τραγούδια δικά τους και παραφράζοντας άλλα, χάριν αστεϊσμού  . 

  Τα τραγούδια τους  γέμιζαν τον αέρα με χαρά και ελπίδα για μια καλύτερη ζωή , ακόμα και μέσα στην σκληρότητα της καθημερινότητας. 

«Τα εννιά ευζωνάκια ,αποφασίσανε 

Στην λίμνη για να πάνε,για να τσαπίσουνε 

Στον δρόμο που πηγαίναν , στην μέση ρεματιά 

Ένας βαρδάρης πιάνει και τρομάζουν τ’ άλογα !»  

Τα παιδιά μεγάλωναν και μαζί μεγάλωναν και οι ανάγκες .Τα κορίτσια για να παντρευτούν  ήθελαν προίκες , τα απαραίτητα. Η γιαγιά  Ασημάκαινα  σκέφτονταν  τρόπους για να αυξήσει το εισόδημά της.» Πενία τέχνας κατεργάζεται»…Και έτσι έκανε κάτι εκπληκτικό .Αγόραζε ωδικά πουλιά από αυτούς που τα έπιαναν και τα μεταπωλούσε στην Θεσσαλονίκη . 

Υπήρχαν στο χωριό θηρευτές, που με τις λεγόμενες «ξόβεργες», τα έπιαναν. Έβαζαν κόλλα στο κλαδί και έτσι παγιδεύονταν τα πουλιά. Στην πόλη,  εκεί που  κάποιοι  άνθρωποι είχαν λύσει το βιοποριστικό τους και είχαν την άνεση μιας καλής ζωής , αποζητούσαν την πολυτέλεια  της συντροφιάς  καλλίφωνων  πουλιών . Τα πουλιά αυτά ήταν γαλιάντρες, καναρίνια ,αηδόνια, καρδερίνες, σιταρήθρες, τσίχλες, κούκοι και κοτσύφια. 

Τα γλυκά τραγούδια τους  πλημμύριζαν την καθημερινή ζωή των ανθρώπων αυτών , με τους οποίους ζούσαν. Κάθε ένα από το είδος  των πουλιών  έχει δικό του τόνο . Αυτοί οι μελωδικοί  ήχοι είναι χαλαρωτικοί και δίνουν σε αυτόν που τα ακούει  ψυχική ευφορία .Παρόλο που ήταν στα κλουβιά  και είχαν χάσει την ελευθερία τους τραγουδούσαν έναν  αρμονικό  σκοπό και κάποια είχαν μεγάλο ρεπερτόριο . 

Η γιαγιά Αςημάκαινα  πήγαινε τα κλουβιά της γεμάτα με πουλιά πότε με το λεωφορείο και πότε με το τρένο. Στο σπίτι της μπροστά, θυμάμαι ,είχε πολλά κλουβιά με πουλιά . 

Το τρένο περνούσε πολλά χιλιόμετρα μακριά από το χωριό μας. Στο χωριό  Άσπρος   ήταν η στάση του  και η Ασημάκαινα  ερχόταν με τα πόδια από εκεί με τα άδεια κλουβιά της . Ξεπουλούσε  και γυρνούσε  ευχαριστημένη.Τα  χρήματα θα φτάσουν για τα καθημερινά. Δεν λογάριαζε κούραση ,βροχές και κρύα.Το μεροκάματο να βγαίνει και να είναι στα παιδιά της κοντά . 

Αυτή η ηρωίδα  μάνα  έφερε εις πέρας ,το θαυμαστό έργο της.Μεγάλωσαν τα παιδάκια της και ένα -ένα  άρχισαν να βρίσκουν το δρόμο τους. Η Ασημάκαινα ήξερε ότι τα έθρεψε με όλα όσα μπορούσε να δώσει όπως αγάπη , φροντίδα και δύναμη που έδειξε με την ίδια της την ζωή .  

Η  Αννίκα, η Σταυρούλα, η Ευθαλία , η Ξανθούλα, η Κλεονίκη,η Ελπίδα ,η Ευγενούλα, ο Στέφανος και ο Νικηφόρος. ‘Αξια παιδάκια ,άξιας μάνας .Παντρεύτηκαν  και έφτιαξαν δικές τους οικογένειες σε άλλους τόπους, μέχρι και στην Αθήνα . 

Την μάνα Ασημάκαινα  την  πήραν μαζί τους , στην  πρωτεύουσα ,για να ζήσει μαζί τους καλύτερη ζωή .  Σίγουρα αυτά τα παιδιά δεν ξέχασαν αυτήν την  μάνα. Γιατί ήταν η παρηγοριά ,η καταφυγή ,η προστασία ,η  στοργή  και η ελπίδα  τους .  Η Ασημάκαινα δεν τους είχε δώσει μόνο ψωμάκι  και νερό ,τους είχε δώσει  το χάδι και την αγκαλιά της . Όταν έτρεμε η καρδούλα τους  και κόντευε να σπάσει από τον φόβο και έτρεχαν τα δάκρυά τους ;Τότε το απαλό της χέρι σκούπιζε ανάλαφρα  των ματιών τους τα δάκρυα και το γλυκύτατο χάδι της, ήταν βάλσαμο στα βάσανα τής ζωής . 

Έκλεισαν  για πάντα τα μάτια της Ασημάκαινας στα εβδομήντα  εφτά της χρόνια ,της μάνας  που είχε αφήσει πίσω της μια σπουδαία κληρονομιά . Δεν ήταν πλούτη , δεν ήταν υλικά αγαθά αλλά ήταν το παράδειγμα της αγάπης . Με   το χρέος της να επιτελείται προς τα παιδιά της  δίνοντας το παράδειγμα σε όλους μας.Της μάνας , που έζησε την ζωή της, μόνο για αυτά τα παιδιά , χωρίς να ζητήσει ανταλλάγματα . 

Η γιαγιά Αςημάκαινα , η ηρωΐδα της Νέας Δήμητρας, έζησε για τα παιδιά της και για κανένα  άλλο. Στη μνήμη μας θα μείνει για πάντα σαν ένα φως που δεν έσβησε ποτέ, ακόμα και όταν όλα γύρω σκοτείνιασαν .  

Ελένη Τσιφτσόγλου 

2022 

.  

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή