Η Αληθινή Μπάλα Ποδοσφαίρου
Ο μικρός Αλέκος Ευθυμιάδης δεν είχε μπάλα. Τα παπούτσια του, πολυφορεμένα, γεμάτα σκόνη και φθορά, περίμεναν καρτερικά τη λάσπη της αλάνας και τις φωνές του παιχνιδιού. Μα μπάλα, όχι. Εκείνη την εποχή, τα παιδιά δεν γνώριζαν από καταστήματα και επώνυμες μπάλες, αλλά έπαιζαν με τη φούσκα που ήταν η κύστη από το γουρούνι , που έσφαζαν οι μεγάλοι τα Χριστούγεννα. Ήταν το δικό τους έπαθλο, ένα τρόπαιο που περίμεναν με λαχτάρα. Την φούσκα την ξεπλέναν, τη φούσκωναν προσεκτικά, την έδεναν σφιχτά, και έπειτα ξεχύνονταν σαν αγρίμια στην αλάνα.
Δύο πέτρες για τέρμα, χωμάτινο έδαφος για γήπεδο κι ο ήλιος ακούραστος σύντροφος. Ο Αλέκος έτρεχε , με τα μάτια να γυαλίζουν και την καρδιά να χτυπά πιο δυνατά από το χτύπημα της φούσκας στο χώμα. Το παιχνίδι συνεχιζόταν μέχρι που ο ήλιος χανόταν πίσω από τα χαμηλά σπίτια της Νέας Δήμητρας και η μάνα Φρόσω φώναζε απ’ την αυλή με την ποδιά λερωμένη από το ζύμωμα: “Αλέκο, νύχτωσε!”
Μα εκείνο που δεν ξέχασε ποτέ ήταν η πρώτη φορά που είδε την αληθινή, δερμάτινη μπάλα. Ήταν της ποδοσφαιρικής ομάδας της Νέας Δήμητρας, του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Την φυλούσε ο Κυριαζής ο Στράντζαλης, παράγοντας της ομάδας. Την κρατούσε με καμάρι, σχεδόν με θρησκευτική ευλάβεια , τη φύλαγε σαν ιερό κειμήλιο, σε ένα διχτυωτό ζεμπίλι . Όταν ο Αλέκος του τη ζήτησε, ο Κυριαζής τον κοίταξε για μια στιγμή, είδε το φως στα μάτια του μικρού και του την έδωσε.
Από εκείνη τη μέρα, τα απογεύματα άλλαξαν. Ο Αλέκος έδινε σουτ στην αυλή της γιαγιάς Φρόσως, με την αληθινή μπάλα να πετά σαν πουλί στον αέρα, να χτυπά στους τοίχους .Μιμούνταν τους μεγάλους παίκτες του Μεγάλου Αλεξάνδρου, έπαιρνε φόρα και φώναζε το όνομά του δυνατά: “Γκολ απ’ τον Αλέκο!” Έφτιαχνε το δικό του όνειρο μες στη σκόνη και τη χαρά.
Κι αν πέρασαν τα χρόνια κι αν η αλάνα έγινε δρόμος, κι αν η αυλή γέμισε γλάστρες, ο Αλέκος δεν ξέχασε ποτέ εκείνο το αίσθημα, τη σπάνια, σχεδόν ιερή χαρά να παίζεις με μια πραγματική μπάλα ποδοσφαίρου. Εκείνη η μπάλα είχε μέσα της όλα του τα όνειρα, τους φίλους, τις φωνές και τα χαμόγελα του χωριού. Και κάθε που τη θυμάται, ένα παιδί ξυπνά μέσα του και ξαναπαίζει …για λίγο !