Η Αθανασία της Νέας Δήμητρας. Μια Ζωή γεμάτη Αγώνα
Η Αθανασία ήρθε με τον πατέρα της και τα αδέλφια της από το Δουλούκιο της Ανατολικής Θράκης. Η μητέρα τους η Κονδυλένια , είχε φύγει από τη ζωή στην Πατρίδα ακόμη . Οι συγγενείς της εγκαταστάθηκαν στο χωριό Κάτω Απόστολοι, αλλά εκείνη, μαζί με τα αδέλφια της και τον πατέρα της, τον Δημήτρη , βρήκε καταφύγιο στο διπλανό χωριό Μέσοι Απόστολοι . Σε ένα μικρό καλύβι, που περισσότερο έμοιαζε με αποθήκη παρά με σπίτι, προσπαθούσε να στεγάσει τα όνειρά της. Ήταν μόλις δεκαέξι χρονών, η μεγαλύτερη από τα τέσσερα αδέλφια και ήδη είχε αναλάβει το σπιτικό.
Συχνά πήγαινε στο δασάκι του Αη Λια και έκοβε ξύλα για το μαγείρεμα και τη θέρμανση. Εκείνη την ημέρα, ξύπνησε τρομαγμένη από τις ακτίνες του ήλιου που διαπερνούσαν τη λαμαρινένια σκεπή και έφταναν στα μάτια της. Ο ήλιος είχε ήδη ανέβει ένα μπόι, και όμως εκείνη κοιμόταν ακόμη, περιμένοντας τον πατέρα της να τη σηκώσει, όπως κάθε πρωί. Πετάχτηκε από το πρόχειρο μιντέρι της και έτρεξε να ετοιμαστεί.
Όμως ο πατέρας της κοιμόταν ακόμα. Περίεργο… Άνοιξε την πόρτα του διπλανού δωματίου και κατάλαβε αμέσως ,ο πατέρας της δεν ανταποκρινόταν. Είχε φύγει για πάντα. Πανικόβλητη, έτρεξε στα διπλανά σπίτια για βοήθεια. Ο αγαπημένος της πατέρας, το στήριγμά τους, δεν ήταν πια εκεί. Στα δεκάξι της ,με τρία μικρότερα αδέλφια να την κοιτούν χαμένα ,κατάλαβε πως ήταν μόνη . Ορφανή ,ξεριζωμένη , δίχως πατέρα , δίχως μητέρα . Ένα κορίτσι που έπρεπε να μεγαλώσει σε μια νύχτα .
Οι μέρες πέρασαν μέσα στη θλίψη και το ψωμί τους τελείωνε . Τα λιγοστά αποθέματα που είχαν εξαντλήθηκαν . Δεν είχαν πια τίποτα να φάνε . Τότε έμαθαν πως στο χωριό Νέα Δήμητρα υπήρχαν σπίτια του Εποικισμού. Πήραν τα λιγοστά υπάρχοντά τους και ξεκίνησαν με τα πόδια. Όταν έφτασαν, ένα όμορφο σπιτάκι τούς περίμενε. Στα μάτια τους φάνταζε σαν αρχοντικό.
Η Αθανασία έγινε μάνα και πατέρας για τα αδέλφια της. Τα φρόντισε, τα μεγάλωσε, τα πάντρεψε. Κι όταν πια τα μικρότερα είχαν ανοίξει τα δικά τους σπιτικά, ήρθε η ώρα να φτιάξει κι εκείνη τη ζωή της. Ο Νικόλαος Μανωλακάκης (1905-1944) ο γιός του Κωνσταντίνου και της Ξανθής , ένας πρόσφυγας από το ίδιο χωριό της, έγινε ο σύντροφός της. Τρία κορίτσια ήρθαν στον κόσμο , η Ξανθή, η Κωνσταντινιά και η Βιβίτσα.
Όμως η μοίρα είχε άλλα σχέδια. Τα χρόνια του Εμφυλίου, ο Νικόλαος δολοφονήθηκε και η Αθανασία έμεινε μόνη στα τριάντα πέντε της με τρία ανήλικα παιδιά. Δύσκολη η ζωή για μια χήρα τότε. Η κοινωνία δεν άφηνε περιθώρια για μια γυναίκα μόνη. Έπρεπε να ξαναπαντρευτεί.
Έτσι, στη ζωή της μπήκε ο Θρασύβουλος(1912-1959) ο γιός του Απόστολου και της Γεροσαλής , ένας άνθρωπος με τη δική του πονεμένη ιστορία ορφάνιας. Ήρθε τσομπάνος στη Νέα Δήμητρα, και το προξενιό τον έφερε στην Αθανασία. Εκείνη δέχτηκε να συμπορευτεί μαζί του, κι ο Θεός τούς χάρισε δίδυμα παιδιά, τη Δόξα και τον Απόστολο.
Η ζωή τους κύλησε με χαρά. Παντρέψανε τις τρεις μεγαλύτερες κόρες, μεγάλωναν τα δίδυμα με αγάπη. Μα η μοίρα δεν άφησε την οικογένεια να ζήσει ευτυχισμένη για πολύ. Η μοίρα που ποτέ δεν ήταν γενναιόδωρη μαζί της , της έδωσε άλλο ένα χτύπημα .Ο Θρασύβουλος αρρώστησε βαριά και έφυγε από τη ζωή στα σαράντα πέντε του. Τα παιδιά του ήταν ακόμη μικρά.
Δύο φορές χήρα η Αθανασία. Δύο φορές αναγκάστηκε να σταθεί όρθια. Οπλίστηκε με δύναμη και πάλεψε για τα παιδιά της. Ζευγάρισε τα βόδια της, έσπειρε το χωράφι της μόνη της. Έπρεπε να εξασφαλίσει το ψωμί για τα παιδιά της.
Ο αργαλειός της έγινε το σωσίβιό της. Ήταν η καλύτερη διάστρα της Νέας Δήμητρας. Όλη μέρα στην αυλή της, απλωνόταν η τέχνη της. Τα νήματα στρώνονταν προσεκτικά, οι γειτόνισσες μαζεύονταν για να της κάνουν παρέα. Κι εκείνη, με δύναμη και υπομονή, ύφαινε μέχρι αργά τη νύχτα.
Το σπίτι της ήταν απέναντι από εκείνο της γιαγιάς μου. Κι εγώ, παιδί τότε, έζησα στιγμές στη μικρή της αυλή. Θυμάμαι τα γαλανά της μάτια, την ευγενική της μορφή. Εκτός από την τέχνη της στον αργαλειό, ήταν και η καλύτερη ψήστρα της γειτονιάς. Ο φούρνος της δεν έμενε ποτέ κρύος καθώς φούρνιζε και ξεφούρνιζε ψωμιά για όλο το χωριό.
Όλη της η ζωή ήταν εκεί, στο μικρό της βασίλειο. Εκεί έζησε τις πίκρες και τις χαρές της. Εκεί προσευχόταν για την υγεία των παιδιών της. Ο Θεός της έδωσε πολλά βάσανα, αλλά της χάρισε και χρόνια. Έζησε για να χαρεί τα παιδιά και τα εγγόνια της, μέχρι τα βαθιά της γεράματα.
Από το σπίτι της έφυγε μόνο όταν πια δεν μπορούσε να ζήσει μόνη. Όταν χρειαζόταν τη φροντίδα των παιδιών της. Και όταν η ώρα ήρθε, στα ογδόντα εννέα της χρόνια, αναπαύθηκε, έχοντας ζήσει μια ζωή γεμάτη θυσίες, αγώνα και αγάπη.
Ήταν η Αθανασία . Μια γυναίκα που περπάτησε τη ζωή της ανάμεσα σε θύελλες, αλλά ποτέ σε έπαψε να προχωρά !
Η Αθανασία ήταν μια από εκείνες τις γυναίκες που δούλεψαν , μόχθησαν ,έφτιαξαν ψωμί ,ύφαναν προικιά ,έστρωσαν το δρόμο για τις επόμενες γενιές .
Σήμερα ,την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, η σκέψη μας είναι σε όλες τις Αθανασίες αυτού του κόσμου . Στις γυναίκες που στάθηκαν όρθιες ,όταν όλα τις λύγισαν . Στις γυναίκες που έγιναν βράχοι για τα παιδιά τους. Στις γυναίκες που δεν έζησαν για τον εαυτό τους ,αλλά έδωσαν ζωή στους άλλους .
Ας τις θυμόμαστε . Ας τις τιμούμε. Γιατί μέσα από αυτές υπάρχουμε κι εμείς.