Η Άννα της Νέας Δήμητρας  

Η Άννα της Νέας Δήμητρας  

Στη Νέα Δήμητρα, εκεί που οι αυλές μοσχοβολούσαν δυόσμο και χαμομήλι, η Άννα Μητακίδου, προσφυγοπούλα από τη Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης, βρέθηκε νύφη στους Κυριακίδηδες. Ήταν η κόρη του Μητακίδη Θεόδωρου και της Ελένης Τσέτα και  εγγονή του Χρήστου Τσέτα και της Δόμνας Σταματιάδου και ήρθε τεσσάρων χρόνων στη Νέα Δήμητρα. Είχε τον αέρα της Σηλυβρίας και την αρμύρα του Αμπαρλί ,κοντά στην Κωνσταντινούπολη, αφού οι οικογένειες των παππούδων μπερδεύονταν από εκεί .  

Με μια ομορφιά παιδική και  μάτια χαμηλωμένα, φόρεσε το λευκό φόρεμα  και παντρεύτηκε τον Αλέξανδρο, τον Αλέκο ,τον γιο του Πρόδρομου και της Σμαρώς. Ο γάμος τους έγινε με όλα τα έθιμα και των Λαζαριωτών  και των Σηλυβρινών  κι ήταν όλο το χωριό στο πόδι, τραγούδια,  κλαρίνα , ποτήρια που γέμιζαν και άδειαζαν, ευχές να ριζώσουν και να προκόψουν. 

Η Άννα, μικρή κοπελίτσα, με τα χέρια της παγωμένα απ’ την τρομάρα και την προσμονή, γέλασε πίσω απ’ το νυφικό πέπλο όταν την κατέβασαν οι φιλενάδες της στην αυλή, για το τραγούδι. Ο Αλέκος την κοίταξε κι ορκίστηκε μέσα του πως θα την φυλάει από κάθε κακό. 

Λίγο μετά, η Άννα κράτησε στην αγκαλιά της το πρώτο της παιδί , ένα κοριτσάκι, αφράτο σαν το ψωμί που φούσκωνε στον ξυλόφουρνο. Την είπαν Ελένη, για να τιμήσουν τη μάνα της Άννας, μα και την αδικοχαμένη αδελφή του Αλέκου. Για όλους ήταν η Ελενίτσα κι έτσι έμεινε Νίτσα . Στο στόμα της μάνας της, το όνομά της ήταν προσευχή. 

Αλλά δεν πρόλαβε να χαρεί πατέρα η μικρή. Ο πόλεμος δεν ρώτησε κανέναν . Στους έντεκα μήνες της ζωής της ,  ο Αλέκος χάθηκε μέσα στη δίνη του πολέμου.  

Ο Αλέκος, ιδεολόγος και νεαρός  βγήκε στο βουνό, πίστεψε σε μεγάλα λόγια . Σ’ ένα ξέφωτο, σε μια επιχείρηση που λένε πως ήταν για να χτυπήσουν έναν γερμανικό σταθμό, πάτησε νάρκη. Το ’44. Τα χωράφια έβραζαν από σιτάρι κι η Άννα έμεινε χήρα, πριν προλάβει να γεράσει πλάι του. Άφησε πίσω του την Άννα να παλεύει με το σκοτάδι, μονάχη, με ένα βρέφος και δυο μαύρα μάτια που δεν έσβησαν ποτέ τη θλίψη τους. 

Έκλαψε η Άννα, όσο χρειαζόταν να ξαλαφρώσει την ψυχή της. Μετά φόρεσε τα μαύρα , σκούπισε τα μάτια, έδεσε τα μαλλιά πίσω , άναψε το λυχνάρι και προχώρησε .  Έπρεπε να ζήσει, έπρεπε να μεγαλώσει το παιδί της.  

Η Άννα στάθηκε όρθια, όσο κι αν την λύγισαν οι καιροί και δούλεψε   μερόνυχτα για να μεγαλώσει το παιδί της. 

Η Νίτσα ,η κόρη της ,ποτέ δεν έμαθε να παίζει όπως τ’ άλλα παιδιά. 

Η μητέρα της την έστειλε στην Θεσσαλονίκη ,στην Ελένη, επιδέξια μοδίστρα ,που ήταν η κόρη του Δημητρού Ιωαννίδη και της Ζαφειρώς της Νέας Δήμητρας . Να μάθει ραπτική ,να  στρώνει ύφασμα, να χαράζει γραμμές, να διαλέγει κουμπιά και φόδρες. 

 Και σαν ήρθε η ώρα, η Νίτσα στάθηκε κι εκείνη πίσω απ’ τον πάγκο, με τα γυαλιά στη μύτη, τη μεζούρα στον λαιμό, σημάδι πως ήταν πια κυρά στον δικό της κόσμο. Η Νίτσα, μέσα σε κλωστές και ψαλίδια, έμαθε την τέχνη. Και ντύθηκε το χωριό από τα χέρια της, οι Νεοδημητριώτισσες ένιωθαν άλλες όταν φορούσαν τα φουστάνια της Νίτσας. 

Όταν ήρθε η ώρα, η Νίτσα  παντρεύτηκε τον Βασίλη Παναγιωτίδη, γιο του Φώτη και της Φωτίκας , που ήταν πρόσφυγες από το Όκλαλι της Ανατολικής Θράκης.Η Άννα χαμογέλασε. Πολυπράγμων και εργατικός ο Βασίλης  ήξερε από δουλειά . Δεν σταματούσε στιγμή. Το εργαστήριό του μοσχοβολούσε χαμομήλι, δυόσμο, ρίγανη  κι οι τσούσκες, οι κόκκινες καυτερές πιπεριές, άπλωναν τις φωτιές τους πάνω στα πανιά που έστρωνε η Άννα στην αυλή. 

Ο Βασίλης είχε το εργαστήριο, το αποξηραντήριο με το χαμομήλι, τον δυόσμο, τη ρίγανη, το μπούκοβο. Θυμάμαι ακόμα το πρώτο μας χαρτζιλίκι , τότε που μαζεύαμε χαμομήλι στα λιβάδια και το φέρναμε στο εργαστήριο . 

Η Άννα δεν έλειψε ποτέ από κοντά τους. Μάζευε βότανα με τον μικρό της εγγονό της τον Φώτη , τα καθάριζαν παρέα, τ’ άπλωναν στον ήλιο. Μαζί άπλωναν και τις τσούσκες , κόκκινες, καυτερές πιπεριές, που τρυπούσαν τα δάχτυλα και έκαιγαν τα μάτια. Μάτια που έτσουζαν, μα δεν δάκρυζαν , αυτά είχαν στερέψει στον πόλεμο. 

Εκεί την έβρισκες πάντα ,σκυμμένη να καθαρίζει τα βότανα, να τινάζει τα φύλλα, να σιγομιλάει. Δίπλα της ο μικρός της εγγονός, ο Φώτης  με μάτια που δάκρυζαν απ’ την καψάδα του μπούκοβου, μα δεν έλεγε κουβέντα. Έμαθε κι εκείνος από νωρίς πως η ζωή θέλει σιωπή κι αντοχή. Και γύρω – τριγύρω και η εγγονή της η Αννούλα .  

Έτσι , μεγάλωσαν τα παιδιά της Νίτσας και του Βασίλη, έτσι πορεύτηκε η οικογένεια, με βότανα, με ραψίματα, με πολλή δουλειά . Και πίσω απ’ όλα, σαν ρίζα σιωπηλή, η Άννα , η μάνα που έχτισε  όνειρα και σκούπισε δάκρυα, που άπλωσε τη ζωή της στον ήλιο, μαζί με τις τσούσκες και το χαμομήλι. 

Κι όταν έπεφτε ο ήλιος κι ο τόπος ησύχαζε, η Άννα άναβε το λυχνάρι, έπιανε την κλωστή και βοηθούσε την κόρη της . 

Και δίπλα της, η κόρη της η  Νίτσα  με τα γυαλιά της, τη μεζούρα στον λαιμό, το ψαλίδι πάντα έτοιμο να δώσει σχήμα στο άυλο όνειρο κάθε γυναίκας του χωριού. 

Έτσι κράτησαν οι γυναίκες αυτές τον τόπο ζωντανό, όχι με μεγάλα λόγια, αλλά με ράψιμο , βότανα, τσούσκες και προσευχές. 

 Κι αν κάποιος περάσει σήμερα απ’ τη Νέα Δήμητρα κι αφουγκραστεί καλά, θα ακούσει τον ψίθυρο από τις μεζούρες τους, να μετράνε ακόμη τις ραφές του κόσμου. 

Και κάπως έτσι, η Νέα Δήμητρα κράτησε τη μνήμη της ζωντανή ,με το άρωμα της ρίγανης, το ψιθύρισμα της μεζούρας, το τραγούδι μιας μοδίστρας που έντυσε γενιές ολόκληρες. Και πίσω από όλα, μια Άννα, που έμεινε όρθια, ακόμα κι όταν όλα ήθελαν να τη λυγίσουν. 

Ελένη Τσιφτσόγλου 2025 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή