Εκείνο το Διώροφο… 

Εκείνο το Διώροφο… 

Ήταν κάποτε το μεγάλο σπίτι του Λεονταρή του Πλαταρά, σκαλωμένο στη μέση του χωριού, με την κυρά του τη Μαρία Βουλκίδου, την κόρη του Απόστολου και της Λαμπρινής. Η Μαρία μεγάλωσε με τη σκιά του ορφανού. Τον   πατέρα της, έλεγαν, τον σκότωσε η καμήλα του  εκεί στην Ανατολή . Η Λαμπρινή, γυναίκα δυνατή, πήρε τα κορίτσια της, τη Σεβαστή, την Κωνσταντινιά, τη μικρή Μαρία και μ’ ένα δισάκι ψωμί πέρασαν θάλασσες, σύνορα, να φτάσουν πρόσφυγες στη Νέα Δήμητρα κι εκεί ρίζωσαν, όπως ριζώνει το κλήμα που το κλαδεύεις και ξαναπετάει. 

Πάντρεψαν τη Μαρία με τον Λεονταρή, τον γιο του Αναστάση και της Αναστασίας Αναστασιάδη, μα τ’ όνομα χάθηκε, έμεινε μόνο το  Πλαταράς. Όλοι τους κουβαλούσαν μέσα τους το Όκλαλι της Τσατάλτζας, την αυλή της Πόλης, τη θρακική γη που βούλιαξε πίσω τους σαν όνειρο. Η Μαρία δεν απέκτησε παιδί αλλά πήρε παιδί της καρδιάς, τον Γιώργη ,που τον πάντρεψαν με την μοναχοκόρη του Διαμαντή Καλφόπουλου και της Σμαραγδής, την Ελενιώ. 

Το σπίτι στεκόταν αγέρωχο, δίπατο, με κεραμίδια κόκκινα, βαριά σαν σιωπηλές ευχές. Απέναντι, σχεδόν πρόσωπο με πρόσωπο, το σπίτι του αδερφού του, του Γιάννη , ίδια γενιά, ίδια πέτρα, μα κάθε σπίτι με τον δικό του χαρακτήρα, σαν αδέλφια που μοιάζουν μα δεν είναι ίδια. Ήταν φτιαγμένα όπως τα σπίτια της Πατρίδας , διώροφα, με ισόγειο και ανώι, μακρόστενα παράθυρα στολισμένα απ’ έξω με στολίσματα σαν δαντέλες πέτρινες. Στην αυλή, χοντρές κολόνες, άσπρες, κρατούσαν την περίφραξη σαν κίονες εκκλησίας. Και από τις γωνιές έβγαινε άρωμα βασιλικού. 

Μέσα, η σκάλα η ξύλινη, στριφογυριστή, σκαρφάλωνε στον επάνω όροφο σαν ποτάμι που ανηφορίζει. Η μεγάλη σάλα, τα δωμάτια με τα παράθυρα στραμμένα στον ήλιο. Το ισόγειο, φαρδύ με  δυο πόρτες, η μια έβλεπε τον δρόμο, η άλλη έβγαζε στη μέσα αυλή. Εκεί, στο σαλόνι, το φως έπεφτε πάνω στα  λευκά κοφτά κουρτινάκια, στο μιντέρι τον γωνιακό καναπέ που αγκάλιαζε τους τοίχους , γεμάτος αφράτες μαξιλάρες  ,στημένες πάνω   στις  «πάντες»,σαν χαλιά κρεμαστά με θρακιώτικα σχέδια ,που κρατούσαν το χρώμα της Ανατολής. 

Στο σαλόνι, μυρωδιές από καφέ και γλυκό του κουταλιού, γέλια, ψίθυροι, ιστορίες που ταξίδευαν από στόμα σε στόμα. 

Στην άκρη, το τραπέζι περίμενε στρωμένο με το  σκούρο μπλε και άσπρο  υφαντό τραπεζομάντηλο με φαρδιά δαντέλα, «σατσάκκ» το έλεγαν. Πάνω του, η κανάτα σκεπασμένη μ’ ένα πλεκτό πετσετάκι κι ανάποδα τα ποτήρια του νερού, να μένουν καθαρά. Στον τοίχο, δυο λάμπες με λαμπογιάλια πεντακάθαρα, ντυμένες με πλεκτά «φορεματάκια», έτοιμες να ζωντανέψουν το σκοτάδι και να φωτίσουν ιστορίες. 

Στην άλλη άκρη του ισογείου, το μαγειρείο, το «μαγιεργιό»  μύριζε νοικοκυροσύνη. Το μαγεργιό της Μαρίας και της νύφης της ,της  Ελενιώς . 

Εκεί κοντά η σκάλα που ανέβαινε πάνω κι η πόρτα που έβγαζε στη μεγάλη αυλή.  Μυρωδιές από κρεμμύδι τσιγαρισμένο, τραχανά, ντολμαδάκια γιαλατζί, πλακί ψάρια , γεμιστά ντολμαλίκια ,  σαλιγκάρια με κρεμμύδι ή πιλάφι ,  κουκιά χλωρά με άνηθο ή ξερά , λαδερά φασολάκια,  ιμάμ μπαϊλντί που γλυκοψήνονταν στο ταψί και μοσχοβολούσαν .  

Σκεύη κρεμασμένα ,τεντζερέδες, χαλκώματα, πλακερά, τρυπητά, ταβάδες ,  μαυροτήγανα, κουτάλες γυαλισμένες, όλα τακτοποιημένα σαν να περίμεναν να πάρουν πάλι φωτιά. 

Στον τοίχο η πιατοθήκη, με τις τσανάκες, τα πήλινα και με τα φλιτζάνια του καθημερινού , τις τσάσκες και τα τσασκάκια , τους μαστραπάδες  που ήταν τα τσίγκινα φλιτζάνια του γάλακτος.  

Δίπλα το έπιπλο το κλειστό με τα καλά ,για τους μουσαφίρηδες.  Σουπιέρες με χρυσά, ποτήρια λεπτά με πόδι,  με ρόκα τα έλεγαν , πιατέλες, πιατάκια του γλυκού, κουταλάκια  σε κασετίνα και ό,τι έπρεπε να φυλάγεται για τις γιορτές και τα καλά τραπεζώματα. 

Πολύ συχνά , το σπίτι άνοιγε την αγκαλιά του. Θυμάμαι τη γιαγιά Μαρία ανασκουμπωμένη και δίπλα την νύφη της, την Ελενιώ .Η  γιαγιά Μαρία κι η Ελενιώ, πλάι-πλάι, να γεμίζουν τα τραπέζια με γιουφκάδες, τραχανάδες, ρυζόπιτες,  κολοκυθόπιτες , πιλάφια μυρωδάτα, ατζέμ πιλάφ, θρακιώτικα λουκούμια,  γκιουζλεμέδες, λαλαγκάκια , μιλίνες, τσαλχαμάδες. Το στόμα γεμάτο, η ψυχή γεμάτη και η αυλή να πλημμυρίζει από φωνές.  

 Συγγενείς, γειτόνοι, περαστικοί, όλοι χωρούσαν σ’ αυτή την αυλή. Και τα νυχτέρια ήταν πολύ συχνά . Όταν έπεφτε η νύχτα και μαζεύονταν συγγενείς και γειτονιά, έβραζαν τον τραχανά με τη «σίβραση» που ήταν τσιγαρισμένο κρεμμύδι πάνω  στον τραχανά  κι από δίπλα  ζυμωτό ψωμί.  

Μαζί έρχονταν τα γιουφκάδια , το ατζέμ πιλάφι που το έφτιαχνε με μεράκι η Ελενιώ,τα ψημένα στραγάλια ,τα αποξηραμένα σύκα .  

Εκεί μεγάλωσα κι εγώ, στην αγκαλιά της Κερανιώς, της γιαγιάς μου , της Τσάκαινας , που διάβαινε τον δρόμο να δει την πρώτη ξαδέλφη της τη Μαρία και την Ελενιώ, που την είχε αδερφοπαίδι. Σ’ αυτό το σπίτι έζησα τις πιο όμορφες παιδικές μέρες, πλάι στη γιαγιά μου . 

 Ήταν ένα σπιτικό ανοιχτό κι ευλογημένο, που γέμιζε τραπέζια και αυλές με κουβέντες, μυρωδιές, συγγενείς και φίλους. Πέρασαν τα χρόνια, το όμορφο εκείνο σπίτι γκρεμίστηκε. Στη θέση του χτίστηκε άλλο, καινούργιο από τα χέρια του Γιώργη , με μεράκι. 

 Το επισκέφτηκα.  Κι όμως, όταν περνώ το κατώφλι του, νιώθω ακόμη να τριγυρίζουν οι παλιές φωνές, να μυρίζει τραχανάς και να λάμπουν τα λαμπογιάλια, σαν να μην έφυγε ποτέ το παλιό σπίτι. 

Μυρίζει ακόμα βασιλικός στην αυλή . Και  η Ελενιώ, εκεί, μόνη πια, το κρατά ζεστό, σαν να μην έφυγαν ποτέ οι φωνές.  

Η Ελενιώ, φρουρός των αναμνήσεων,  κρατά αναμμένο το καντήλι σε μια αυλή που δεν υπάρχει πια. 

Κι εγώ, κάθε που περνώ, βλέπω το Διώροφο όπως ήταν, με τα σκαλιά του, τις φωνές του, τα ζεστά του βράδια και τη γιαγιά μου την Τσάκαινα ,να με τραβά απ’ το χέρι, να μη χαθώ. 

Το Διώροφο χάθηκε πια, γκρεμίστηκε μαζί με κάποιες σιωπές του. Στη θέση του στέκει μια μονοκατοικία, λιτή, ταπεινή, μα μέσα της φυλάει ακόμη το παλιό σπίτι σαν μυστικό. 

Κι εγώ, κάθε που περνώ απέξω, βλέπω ακόμη το παλιό, με δυο πατώματα κι ένα φως αναμμένο για μένα. 

Γιατί κάποια σπίτια δεν τα γκρεμίζουν οι μπουλντόζες, τα κρατάμε μέσα μας, και χτίζουμε μ’ αυτά καινούργιες αυλές. 

Η Μαρία Βουλκίδου (1900-1971) ήταν η κόρη του Απόστολου και της Λαμπρινής και γεννήθηκε στο Όκλαλι της Επαρχίας Τσατάλτζας της Νομαρχίας Κωνσταντινούπολης της Ανατολικής Θράκης . Ήρθε  στη Νέα Δήμητρα το 1924 στα 24 της χρόνια   με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών σύμφωνα με την Συνθήκη της Λωζάνης μαζί με την μητέρα της  Λαμπρινή και τις αδελφές της ,την Σεβαστή και την Κωνσταντινιά . Ο πατέρας τους ο Απόστολος έχασε τη ζωή  του στην Πατρίδα από χτύπημα της καμήλας του . Η Μαρία παντρεύτηκε με τον Λεονταρή Πλαταρά( 1895-1962) του Αναστασίου και της Αναστασίας που ήρθε και εκείνος από το Όκλαλι της Τσατάλτζας στη Νέα Δήμητρα με την οικογένειά του και δεν απέκτησαν παιδιά . Υιοθέτησαν τον Γιώργο από την Κομοτηνή .  Ο Γιώργος παντρεύτηκε με την Ελενιώ, την κόρη του Διαμαντή και της Σμαραγδής Καλφοπούλου ,από το ίδιο χωριό της Πατρίδας , το Όκλαλι  της Τσατάλτζας. Ο Διαμαντής ήρθε  στη Νέα Δήμητρα με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών σύμφωνα με την Συνθήκη της Λωζάνης. Το ζεύγος Γιώργη και Ελενιώς απέκτησαν τρία κορίτσια . Την Μαρία με το όνομα της γιαγιάς ,την  Αναστασία με το όνομα της προγιαγιάς και την Ζαφειρία με το όνομα του αδικοχαμένου θείου της Ζαφείρη ,αδελφού της Ελενιώς. Ο Γιώργης έφυγε από τη ζωή νέος, αφήνοντας την Ελενιώ μόνη της .  

Ο Λεονταρής έφυγε από τη ζωή σε νέα ηλικία , στα 67 του χρόνια .  Η Μαρία έφυγε το 1971 στα 71 της χρόνια ,στη Νέα Δήμητρα.  

Ελένη Τσιφτσόγλου 2025 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή