Οι Μερακλήδες της Πλατέας της Νέας Δήμητρας
Η Πλατέα της Νέας Δήμητρας δεν ήταν απλώς ένας τόπος . Ήταν η καρδιά του χωριού, ένας ζωντανός οργανισμός που ανάσαινε με τους ανθρώπους του, που φώτιζε από τις φωνές και τα γέλια τους ,που κρατούσε το ρυθμό της ζωής . Όσοι κυκλοφορούσαν εκεί ήταν μέσα στα γεγονότα και ήταν ο κεντρικός τόπος συνάντησης , συντροφικότητας και μερακλίδικης διασκέδασης. Ήταν ένα μεγάλο κεφάλαιο αυτής της ζωής του χωριού μας ,που ικανοποιούσαν τη μικρή ανθρώπινη ανάγκη ή και συνήθεια ,όπως είναι ο καφές και το ούζο.
Η Πλατέα της Νέας Δήμητρας δεν ήταν απλώς ένα άνοιγμα δρόμων, που ανέπνεε στο ρυθμό των ανθρώπων της. Εκεί, τα καφενεία έδιναν ζωή, άνοιγαν τις πόρτες τους το ξημέρωμα και τις έκλειναν αργά, όταν τα τελευταία ποτήρια είχαν αδειάσει και οι τελευταίες κουβέντες είχαν ειπωθεί.
Στην Πατρίδα ακόμη ,είχαν καφενεία και δεν ήταν απλώς καφενεία ,αλλά ζωντανά κέντρα επικοινωνίας, όπου οι άνθρωποι μοιράζονταν τις χαρές και τις λύπες τους .Το καφεμπρίκι έμπαινε αμέσως τη φωτιά και έδινε τον καφέ με καϊμάκι ή χωρίς , βαρύγλυκο , μέτριο ή σκέτο .Τα καφενεία της Πλατέας ήταν οι τόποι επαγγελματικών συναλλαγών και γλεντιών της παρέας των Νεοδημητριωτών .
Ο καφετζής γνώριζε απέξω και ανακατωτά τις αδυναμίες , του κάθε πελάτη .Πώς πίνει τον καφέ του , σε χοντρό φλυτζάνι , με καϊμάκι ή χωρίς. Το ούζο με τον μεζέ του ήταν πάντα προσεγμένα και μπόλικα στα καφενεία .Ελιά, τυράκι ,παλαμίδα ,σαρδελίτσα παστή και αν πέρναγε ψαράς , τότε είχε σαρδέλες ή σαφρίδια τηγανητά . Άλλος μεζές το ήταν το τας- κεμπάπ , το λουκάνικο , τα ντολμαδάκια , η ντοματούλα και το τυράκι .Ο καφετζής ήταν δεμένος με τους πελάτες του και ήταν άτυπος ληξίαρχος, αλλά και έμπιστος .Ο καφετζής ήξερε τους πελάτες του έναν προς έναν. Ο Τάσος Τσιφτσόγλου το Ταακάκκ ζητούσε τον καφέ του σκέτο, να τον νιώθει καυτό και δυνατό στο στόμα. Ο Γιώργος Παπάζουγλος ήθελε τον δικό του βαρύγλυκο, με πλούσιο καϊμάκι. Ο Γιώργος και ο Ηλίας Τσαλικίδης προτιμούσαν να συνοδεύουν τον καφέ τους με ένα τσιγάρο .
Με το ρούφηγμα του καφέ και του τσιγάρου, οι θαμώνες εξωτερίκευαν τα βάσανά τους ή τις χαρές τους. Στα καφενεία , επιδίδονταν στην χαρτοπαιξία και στο τάβλι .Οι χτύποι του τάβλι και οι φωνές των παικτών μπερδεύονταν με τους καπνούς των τσιγάρων. Γινόταν μια παρέα όλοι και έλεγαν τα καλαμπούρια τους .Και μεσα από τον καλό μεζέ και το ούζο έδειχναν το μεράκι τους .
Αλλά η αληθινή μαγεία της Πλατέας ξεδιπλωνόταν το βράδυ, όταν τα τραπέζια γέμιζαν με καραφάκια και μεζέδες, σουβλάκια στο κάρβουνο ,γλυκάδια τηγανητά . Ο Μήτσος ο Μπαλίδης, τσιμπούσε μια ελιά, ο Κώστας ο Τσαλικίδης έκοβε το τυρί σε μικρές μπουκιές, ο Κώτσος ο Γκόγκος σήκωνε το ποτήρι του, με ένα κλείσιμο του ματιού.
Κι ύστερα, το τραγούδι. Ο Παπάζουγλος ο Δημητρός, με τη φωνή του βαθιά σαν τη νύχτα, ξεκινούσε έναν αμανέ και η παρέα ακολουθούσε. Ο Αντώνης Αρβανιτίδης κρατούσε τον ρυθμό με το κουτάλι πάνω στο ποτήρι, ο Θανάσης Βασιλειάδης χτυπούσε παλαμάκια, ο Παντελής ο Σωτηριάδης, σιγομουρμούριζε τον στίχο πριν τον πει δυνατά.Ο Τάσος Τσιφτσόγλου,το Τσακάκκ ,δεν άφηνε ποτέ να μείνει μισοάδειο το ποτήρι του φίλου του. Ο Γιώργος το Παπάζουγλάκι είχε πάντα μια ιστορία να διηγηθεί, ενώ οι αδελφοί Τσαλικίδηδες, ο Γιώργος, ο Ηλίας και ο Κώστας, ήξεραν καλά πως το καλό τραπέζι θέλει και καλή παρέα. Ο Μήτσος Μπαλίδης γελούσε βροντερά, ο Κώτσος Γκόγκος έφερνε τους πιο μερακλίδικους μεζέδες, κι ο Γιακίμς Ιωακειμίδης και ο Σταύρος ο Αξονίδης, ήξεραν να σηκώνουν το κέφι στα ύψη.
Όταν έσκαγε μύτη ο Κώστας ο Τσαλικίδης , όλοι ήξεραν πως το γλέντι θα κρατούσε ως αργά. Ο Δημητρός Παπάζογλου με το ζεστό του χαμόγελο έβρισκε πάντα τρόπο να λύνει τις διαφορές στο τραπέζι. Ο Αντώνης Αρβανιτίδης και ο Θανάσης Βασιλειάδης ήταν οι πρώτοι που έπιαναν το τραγούδι, ενώ ο Χρηστάκης Παπάζογλου, ο Παντελής Σωτηριάδης και ο Στέργιος Φωτιάδης άφηναν τα ποτήρια κάτω μόνο για να χτυπήσουν με θόρυβο τα πούλια στο τάβλι.
Και σαν έπαιρνε η νύχτα να προχωρά,ο Τάσος το Τσακάκκ ,ο Νίκος ο Τριανταφυλλίδης, ο Δημήτρης ο Τσιφτσόγλου, ο Χρήστος ο Αθανασιάδης, ο Γιώργος ο Αλεξιάδης και ο Τάκης Αργυρόπουλος γίνονταν μια φωνή, μια καρδιά, τραγουδώντας παλιά αμανέδικα και ρεμπέτικα. Γιατί αυτοί ήξεραν καλά πως οι μερακλήδες δε ζουν μονάχα για τη χαρά, αλλά και για να καίνε τον καημό τους στο ούζο και στο τραγούδι.
Αυτοί ήταν οι μερακλήδες της Νέας Δήμητρας .Τουρκική λέξη από το merak που σημαίνει, χάρη ,ευγένεια και έντονη επιθυμία ή καημό . Μερακλής είναι αυτός που έχει μεράκι για αυτό που κάνει. Μερακλής είναι αυτός που ενεργεί με γούστο και αίσθηση του ωραίου .Μερακλής είναι αυτός που του αρέσουν τα ωραία και δημιουργεί με μεράκι .
Μερακλής είναι αυτός που εκτιμά τα μικρά πράγματα και τα εκφράζει με ενθουσιασμό και συμμετοχή στους άλλους. Αυτοί ήταν οι μερακλήδες . Άνθρωποι που δεν άφηναν τη ζωή να τους προσπεράσει .
Τα καφενεία , διατηρούσαν την γοητεία τους με την προσφορά τους στην μικρή κοινωνία του χωριού , μαζί με αυτούς τους μερακλήδες. Και τους θυμούνται όλοι, γιατί εκπροσωπούσαν έναν τρόπο ζωής και έτρεφαν μεράκι και αγάπη. Ήταν γνώστες του καλού μεζέ και της διασκέδασης . Τα τραπέζια ήταν πάντα γεμάτα και τα καραφάκια χόρευαν ανάμεσά τους , σκορπώντας ικανοποίηση και ευτυχία. Η παρέα έπαιρνε φωτιά .Ένας πόλος επικοινωνίας και ο καλλίφωνος της παρέας θα τους οδηγήσει σε έναν δρόμο μυσταγωγίας . Γύρω του θα τραγουδήσουν όλοι μαζί και θα δείξουν σημάδια εκτόνωσης και ψυχικής ανάτασης . Και κάθε πονεμένος θα τραγουδήσει μαζί τους .
Αυτοί οι άνθρωποι οι μερακλήδες ήξεραν να διασκεδάζουν με την καρδιά τους και ερχόταν σε μεράκι . Αυτό το ευάρεστο συναίσθημα από την διασκέδαση μπορεί να ερχόταν και από λύπη .Έκαιγαν το καημό στο ούζο και στον αμανέ .Είχε πολλούς μερακλήδες η Πλατέα μας .
Οι «ναοί» αυτοί έδιναν ανάπαυλα σε όλους , πρόσφεραν συντροφιά και ενδυνάμωναν την παρεΐστικη διάθεση .Έτσι εύρισκαν την χαρά της ζωής .Αυτοί οι ναοί του ούζου και της παρέας κράτησαν για χρόνια, έδωσαν χαρά και ξεκούραση και τους κράτησαν ενωμένους όλους .
Τα χρόνια πέρασαν , οι άνθρωποι χάθηκαν , οι συνήθειες άλλαξαν.
Όλοι πέρασαν στην ιστορία , αφήνοντας κάποια ίχνη στην μνήμη μας, από τα υπέροχα χρόνια της ζωής τους, στην Νέα Δήμητρα. Δυστυχώς όλοι έφυγαν και δεν ήρθαν άλλοι .Εξέλιπε η γενιά τους .
Και σήμερα δεκαετίες μετά , τους αναγνωρίζεται η κοινωνική συνεισφορά , ως ένα μνημόσυνο , που δεν είναι πια μαζί μας. Οι μικρές «Βουλές» του χωριού δυστυχώς έκλεισαν και αυτές και δεν αντικαταστάθηκαν από άλλες , γιατί δεν υπάρχουν άνθρωποι να συνεχίσουν την παράδοση .
Το να πηγαίνουν στο καφενείο και να επικοινωνούν όλοι μεταξύ τους, ήταν ένα βάλσαμο στην καθημερινή τους ζωή. Ο χρόνος τα πήρε όλα και όλους στο διάβα του αλύπητα . Έφυγαν οι μερακλήδες , ερήμωσε η Πλατέα και αυτό το ζωντανό στοιχείο χαράς , όπως και άλλα , πέρασε στην Ιστορία .
Στην μνήμη των μερακλήδων της Πλατέας … Αυτών που έμαθαν να ζουν με την ψυχή τους . Αυτών που η ζωή τους δεν ήταν απλά μέρες που πέρασαν , άλλα τραγούδια που ακούγονται ακόμα ,έστω και χαμηλόφωνα ,στο βάθος του χρόνου . Όλοι αυτοί οι άνθρωποι άφησαν το στίγμα τους στη ζωή του χωριού. Ήταν οι μερακλήδες της Νέας Δήμητρας , αυτοί που ήξεραν να γλεντούν ,να τραγουδούν και να ζουν με την καρδιά τους . Στη μνήμη τους αναφέρω τα ονόματά τους ,για να μην σβήσουν ποτέ από τις αναμνήσεις μας :
Τάσος Τσιφτσόγλου Τσακάκκ, Γιώργος Παπάζουγλου , Γιώργος Τσαλικίδης , Ηλίας Τσαλικίδης , Κώστας Τσαλικίδης , Μήτσος Μπαλίδης , Κώτσος Γκόγκος , Γιακίμς και Νίκος Ιωακειμίδης , Γκόγκος Βαγγέλης, Αξονίδης Στέργιος , Στόικος Άνθιμος , Αξονίδης Σταύρος , Παπάζουγλος Δημητρός , Αρβανιτίδης Αντώνης και Γιώργος , Γκοτζίδης Θανάσης και Γιορδάνς, Καλλιόγλου Φώτης και Απόστολος ,Κυριακίδης Χρυσαφάκκς, Βασιλειάδης Θανάσης , Τσιφτσής Θανάσης , Παπάζουγλος Χρηστάκης , Νατσόπουλος Απόστολος , Τσιφτσής Κώστας , Νατσόπουλος Θανάσης , Σωτηριάδης Παντελής , Φωτιάδης Στέργιος , Τριανταφυλλίδης Νίκος ,Αρβανιτίδης Αντώνης ,Τσιφτσόγλου Δημήτρης , Αθανασιάδης Χρήστος , Αλεξιάδης Γιώργος , Αργυρόπουλος Σταύρος και Τάκης και άλλοι .
Θα θυμηθούμε το τραγούδι του Παπάζουγλου του Δημητρού , του Μερακλή .
«Οι μερακλίδικες καρδιές «
Τις μερακλίδικες καρδιές
Χάρος να μην αγγίζει
Να κάνει μια εξαίρεση
Και πίσω να γυρίζει .
Οι μερακλήδες την ζωή
Ποτέ δεν την χορταίνουν
Πρέπει να ζουν να χαίρονται
Και όχι να πεθαίνουν .
Για τους γλεντζέδες η ζωή
Έχει δικό της χρώμα
Δεν πρέπει να πεθαίνουνε, αχ ,
Και να τους τρώει το χώμα !
Στίχοι – μουσική : Γιώργος Κονιτόπουλος Ερμηνεία : Φωτεινή Μαυράκη
Η ιδέα για να καταγραφούν οι ιστορίες των μερακλήδων της Νέας Δήμητρας, των ανθρώπων που έκαναν την Πλατέα μας, να ζει και να αναπνέει, ήρθε από τον ίδιο τον Λεωνίδα Τσαλικίδη, τον γιο του Ηλία .Ο Λεωνίδας έχει το χάρισμα να βλέπει πίσω από τις γραμμές, να ακούει τους ήχους της παράδοσης και να καταλαβαίνει τις μικρές, σημαντικές στιγμές που συνθέτουν μια κοινότητα.
Ένα απόγευμα, καθισμένοι στην Πλατέα ,ο Λεωνίδας ανέφερε με ήρεμη, σίγουρη φωνή: «Αυτές οι στιγμές, αυτές οι ιστορίες, πρέπει να καταγραφούν. Αυτοί οι άνθρωποι, οι μερακλήδες, δεν πρέπει να ξεχαστούν.» Και έτσι, με τα λόγια του, φούντωσε η ιδέα. Η μνήμη των μερακλήδων της Πλατείας έπρεπε να κρατηθεί ζωντανή, να περάσει από γενιά σε γενιά, όπως το τραγούδι τους, όπως οι γεύσεις και οι φωνές τους .
Κάθε τραγούδι είχε και μια ιστορία. Άλλες φορές τραγουδούσαν από χαρά, άλλες για να ξορκίσουν τον καημό. «Οι μερακλίδικες καρδιές, Χάρος να μην αγγίζει…» τραγουδούσε ο Παπάζουγλος και όλοι συμφωνούσαν σιωπηλά.
Ήταν οι μερακλήδες της Νέας Δήμητρας. Άνθρωποι που ήξεραν να χαίρονται, να μοιράζονται, να ζουν την κάθε στιγμή. Στα καφενεία τους, που ήταν μικρές «βουλές» του χωριού, λύνονταν παρεξηγήσεις, γίνονταν συμφωνίες, χτίζονταν φιλίες. Και τώρα, τα τραπέζια είναι άδεια, τα ποτήρια δεν γεμίζουν πια. Οι φωνές τους χάθηκαν, το τάβλι δεν χτυπάει, ο καπνός του τσιγάρου διαλύθηκε.
Η Πλατέα της Νέας Δήμητρας ήταν ένα ζωντανό σύμπαν, ένας μικρός κόσμος γεμάτος φωνές, γέλια και αρώματα. Εκεί όπου τα καφενεία έδιναν ρυθμό στη ζωή του χωριού, σαν παλιό ρολόι που μετρούσε τις στιγμές με ρούφηγμα καφέ, χτύπο ζαριών και το κρυστάλλινο ήχο των ποτηριών που σμίγουν στην ευχή: «Στην υγειά μας!»
Όμως, στη μνήμη όσων τους γνώρισαν, οι μερακλήδες δεν έφυγαν ποτέ. Έμειναν εκεί, στην Πλατέα, να γελούν, να τραγουδούν, να σμίγουν γύρω από το τραπέζι με ένα ποτήρι στο χέρι. Κι όποιος κλείσει τα μάτια του και αφουγκραστεί, μπορεί ακόμα να ακούσει το τραγούδι τους να πλανιέται στον αέρα.
Έτσι ήταν οι μερακλήδες της Νέας Δήμητρας. Άνθρωποι που εκτιμούσαν τα μικρά και καθημερινά, που με ένα ποτήρι ούζο και μια καλή παρέα ένιωθαν πλούσιοι. Που ήξεραν πως το μεράκι είναι στάση ζωής, τρόπος να γεύεσαι τις στιγμές και να τις κάνεις αξέχαστες.
Αλλά ο χρόνος είναι αμείλικτος. Οι φωνές σώπασαν, τα τραπέζια άδειασαν, τα καφενεία έκλεισαν ένα-ένα. Οι μερακλήδες έφυγαν, κι η Πλατέα έμεινε σιωπηλή, μια σκιά του παλιού εαυτού της. Σήμερα, δεκαετίες μετά, οι μορφές τους αναδύονται σαν φαντάσματα νοσταλγίας στις μνήμες εκείνων που τους έζησαν.
Κι εμείς, οι απόγονοι μιας γενιάς που ήξερε να γλεντά, τους θυμόμαστε, σαν έναν ψίθυρο από τραγούδι που ακόμα αντηχεί στα αυτιά μας.
Δυστυχώς όλοι έφυγαν και δεν ήρθαν άλλοι ! Εξέλιπε η γενιά τους .
Και σήμερα , δεκαετίες μετά , τους αναγνωρίζεται η κοινωνική συνεισφορά , ως ένα μνημόσυνο , που δεν είναι πια , μαζί μας. Οι μικρές «Βουλές» του χωριού δυστυχώς έκλεισαν και αυτές και δεν αντικαταστάθηκαν από άλλες , γιατί δεν υπάρχουν άνθρωποι να συνεχίσουν την παράδοση .
Το να πηγαίνουν στο καφενείο και να επικοινωνούν όλοι μεταξύ τους, ήταν ένα βάλσαμο στην καθημερινή τους ζωή. Καφενεία δεν ήταν απλώς μαγαζιά, ήταν θεσμοί. Ο καφετζής γνώριζε καλά τις προτιμήσεις των θαμώνων του. Ποιος έπινε το καφεδάκι του μερακλίδικο, ποιος ήθελε το ούζο του με δυο ελιές και μια παλαμίδα, ποιος δεν το κουνούσε από τη θέση του αν δεν έπαιζε μια παρτίδα τάβλι. Και αυτοί, οι μερακλήδες του χωριού, άνθρωποι με γούστο και αίσθηση του ωραίου, έδιναν ψυχή σε κάθε γωνιά της Πλατέας.
Ο χρόνος τα πήρε όλα και όλους στο διάβα του , αλύπητα Έφυγαν οι μερακλήδες , ερήμωσε η Πλατέα και αυτό το ζωντανό στοιχείο χαράς , όπως και άλλα , πέρασε στην Ιστορία .
Και έμεινε ορφανή η Πλατέα μας !
Μα οι χρόνοι άλλαξαν. Οι άνθρωποι έφυγαν, τα τραπέζια άδειασαν, τα καραφάκια έπαψαν να χορεύουν ανάμεσά τους. Η Πλατέα ερήμωσε και η παράδοση χάθηκε, γιατί δεν βρέθηκαν άλλοι να τη συνεχίσουν. Κι έτσι, οι μικρές «Βουλές» του χωριού, τα καφενεία που κρατούσαν την κοινότητα δεμένη, πέρασαν στην ιστορία.
Σήμερα, οι μερακλήδες της Πλατέας ζουν μόνο στη μνήμη μας. Και σαν ένα ύστατο μνημόσυνο τους θυμόμαστε με τους στίχους του Παπάζουγλου του Δημητρού.
Και είχε δίκιο ο Λεωνίδας ,γι’ αυτήν την ορφάνια . Αυτή η ορφάνια δεν ήταν μόνο απουσία ανθρώπων . Είναι σαν την αίσθηση του παιδιού, που ξαφνικά αποκόπτεται από την ρίζα του ,την μάνα του .
Ελένη Τσιφτσόγλου
2024