Γύρω από το Τραπέζι στο Καφενείο
Γύρω από το τραπέζι του καφενείου, με τα ξύλινα ποδάρια κάθονταν οι άνδρες του χωριού. Με τις τραχιές παλάμες τους γύριζαν το κομπολόι, σήκωναν το φλιτζάνι του καφέ και άφηναν να κυλήσουν οι λέξεις, οι μνήμες, οι ιστορίες. Οι συζητήσεις πάντα άρχιζαν από τα παλιά. Για την Ανταλλαγή, για την ταλαιπωρία των δικών τους, για τις μανάδες που έσφιγγαν τα μωρά στην αγκαλιά τους μέσα στα καράβια του ξεριζωμού, για τους πατεράδες που κάποιοι έφτασαν, μα κάποιοι άλλοι έμειναν πίσω, στα χώματα της Ανατολής και δεν γύρισαν ποτέ.
Κι έπειτα ερχόταν η κουβέντα για τη δύσκολη ζωή, για τα ξερά χωράφια, για τα χιόνια, για τις βροχές που δεν έλεγαν να σταματήσουν, για τα σπίτια που έφτιαξαν με τα χέρια τους από χώμα και ελπίδα. Μα ανάμεσα στις αναστεναγμένες αφηγήσεις, ξεπεταγόταν και το γέλιο. Ένα μασάλι, ένα ανέκδοτο, μια ιστορία με τον Παπάζουγλο και τον Τσιφούτ . Ο Κεμπαπτσόγλου, που είχε πάντα ένα πειραχτικό λόγο, ο Κιτίκος με τις θεραπείες του , ο Πουρουράς κι ο Ποιμενίδης με τα ανέκδοτά του .
Όλους τους θυμούνταν. Έναν έναν. Με το παρατσούκλι, με την ιστορία τους, με τη μυρωδιά που άφησαν στον αέρα του χωριού.
Κι έτσι κυλούσαν οι ώρες στο καφενείο, με γέλια, με δάκρυα, με φωνές, με σιωπές. Με την παρέα εκείνων που ήταν ακόμα παρόντες κι εκείνων που έμεναν ζωντανοί στη μνήμη. Ένα τραπέζι, ένας καφές, μια μνήμη και μια ζωή ολόκληρη να ξετυλίγεται σαν παραμύθι απ’ τα παλιά.
Και όλοι γελούσαν και γέμιζαν το χωριό με χαρές, ακόμα και στις πιο απλές στιγμές.
Αλλά δεν είναι μόνο οι αστείες στιγμές που συνθέτουν το παζλ του χωριού. Η αλληλοβοήθεια και η αλληλοϋποστήριξη ήταν πάντοτε καθοριστικά χαρακτηριστικά της καθημερινότητας. Η ιστορία του Γιαννακή ,ο οποίος είχε μια κακή χρονιά με τις καλλιέργειές του και βρέθηκε σε δύσκολη κατάσταση Όταν το έμαθαν οι συγχωριανοί του, δεν χρειάστηκε να πει λέξη. Οι άνθρωποι του χωριού μαζεύτηκαν γύρω του και του πρόσφεραν βοήθεια χωρίς δεύτερη σκέψη.
Ο Γιαννακής συγκινημένος, τους ευχαρίστησε και μαζί, όλο το χωριό , προσπαθούσε να βοηθήσει, προσφέροντας χέρια για τη σπορά . Όλοι ένιωθαν ότι η δύναμη του χωριού ήταν στη συλλογικότητα και στην ενότητα.
Στο ίδιο καφενείο, στη μεσημεριανή ζέστη, συχνά ακούγονταν οι ιστορίες για τους παλιούς και τις αξίες τους. Ο γεροντότερος του χωριού, ο Σίμος συνήθιζε να λέει:
- «Να έχεις την αγάπη και την εκτίμηση των ανθρώπων γύρω σου.»
Σε άλλο τραπέζι οι ιστορίες του μπάρμπα Δημητρού κυριαρχούσαν γύρω , γεμίζοντας τον χώρο με μια αίσθηση νοσταλγίας για τις εποχές που τα πάντα ήταν πιο απλά, αλλά ίσως και πιο σφιχτά δεμένα. Με τις ιστορίες του, μας έδειχνε πώς οι δεσμοί του χωριού δεν ήταν απλώς συμφωνίες ή κοινωνικές υποχρεώσεις, αλλά πραγματικά πράγματα καρδιάς.
Και έτσι, γύρω από το τραπέζι του καφενείου, οι ιστορίες συνέχιζαν να πλέκονται, δημιουργώντας τη συλλογική μνήμη του χωριού. Αυτές οι αναμνήσεις, είτε αστείες είτε σοβαρές, ήταν οι άκρες του ιστού που συνέδεαν τον καθένα με τους άλλους και με την καρδιά του χωριού.