Γύρω από τη Φωτιά . Χειμωνιάτικες Ιστορίες στη Νέα Δήμητρα 

Γύρω από τη Φωτιά . Χειμωνιάτικες Ιστορίες στη Νέα Δήμητρα 

Τις κρύες νύχτες του χειμώνα, όταν η παγωνιά σκέπαζε τις  αυλές , στο τζάκι έκαιγε η χόβολη, βραδύκαυστη, σιωπηλή. Και γύρω της, σαν σε παλιό τελετουργικό, μαζεύονταν οι γυναίκες ,  η Κερανιώ, η Τριανταφυλλιά του Κεμπαπτσόγλου, η Φωτίκα του Μπιντίκ ,  η Θεοδοσία , η Ραλλιώ , η  Ζωή Τατάρογλου  η  Θεοφίλαινα , η Θεανώ του Βασιλόπουλου ,η Δαφνιώ του Γκάιτατζη , η Σμαραγδή του Καλφόπουλου , η Δοξή  του Κάλφα , η Βασώ του Τσελεπάκη.  

Καθόντουσαν χαμηλά, με τις μαντίλες τους δεμένες σφιχτά, τα χέρια απλωμένα στη ζεστασιά και τα μάτια φωτισμένα από τις φλόγες. Στην πυροστιά ψήνανε πατάτες, αυγά, ρεβύθια κι εκείνα τα γλυκοκαπνισμένα κρεμμύδια που μοσχοβολούσαν όταν τα έσπαγες στα δυο. Στη χόβολη τα έβαζαν, μέσα στη στάχτη, όπως έμαθαν από τις μανάδες τους. Τα λαλαγκάκια και οι μιλίνες είχαν ήδη τηγανιστεί από το απόγευμα ,νόστιμα, ζεστά, στολισμένα με ζάχαρη ή τριμμένο τυρί. 

Κι ύστερα, άρχιζαν οι κουβέντες. Όχι απλές κουβέντες , αλλά ιστορίες ζωής, μνήμης και προσφυγιάς, γεμάτες αναστεναγμούς και σταυροκοπήματα.  

Η Τριανταφυλλιά θυμόταν την Κωνσταντινούπολη και την αυλή της στο Αρναούτκιοϊ με τη βιοτεχνία ποτών .  

Η Θεοφίλαινα ,πως πήγαινε με τον άνδρα  της  τον Θεοφίλη με τον αραμπά ,  από το χωριό  Φανάρι στην κοντινή πόλη Σηλυβριά .  

Η Θεοδοσία  περιέγραφε πώς έμαθε από τη μάνα της να ζυμώνει ψωμί και να το ψήνει.  

Η Ραλλιώ του Θεοκλή περιέγραφε το μεγάλο βάσανο που πέρασε όταν έμεινε ορφανή με τα αδέλφια της .   

Η Φωτίκα η Μπιντικού έλεγε πως βρέθηκαν οι δικοί της τότε  από την Κοζάνη στην Πόλη .  

Η Θεανώ μιλούσε πάντα με το βλέμμα χαμένο μακριά, όταν έφερνε στο νου το σπιτικό του πατέρα της, του Παναγιώτη. Ύστερα θυμόταν τον αρραβωνιαστικό της, τον Νικολή, που χάθηκε οχτώ ολόκληρα χρόνια στα Τάγματα  Εργασίας και την καρδιά της που δεν έλεγε να πάψει να τον περιμένει. 

Η Βασώ, η αδερφή της, κουβαλούσε άλλες μνήμες , τον γάμο της με τον Δημήτρη από τους Λαγοθήρες, τον πλούτο και την αρχοντιά που γνώρισε κοντά του, κι έπειτα, το μεγάλο πένθος, όταν τον έχασε τόσο νωρίς στη Νέα Δήμητρα. 

Η Δαφνιώ  αφηγούνταν με νοσταλγία τα αμπέλια στην Αρακλειά, κοντά στη θάλασσα, όπου πήγαινε μικρή με τον πατέρα της. Έλεγε για το σπιτικό που έχτισαν στο Κερμέν, κοντά στην Τσόρλου, με τα λεφτά που έστειλε ο θείος της , ο  Πολυχρόνης, απ’ την Αμερική. Κι όταν απέκτησε γιο, του έδωσε το όνομά του , να συνεχίσει η μνήμη και το χρέος της αγάπης. 

Η Δοξή δεν μιλούσε πολύ. Το πρόσωπό της είχε σκιά. Ο γιος της, ο Τάσος, νέος ακόμα, ήταν άρρωστος βαριά και καμιά κουβέντα δεν την παρηγορούσε. 

Η Σμαραγδώ είχε πάντα κάτι να πει για το Όκλαλι της Τσατάλτζας , για τον δρόμο της φυγής, με τα κάρα και τα καράβια, τότε που έσβησαν τα φώτα της Ανατολής κι άναψαν τα δάκρυα στις καρδιές τους. 

Και η Κερανιώ, η Τσάκαινα, η οικοδέσποινα, θυμόταν τη θεία της την Κερανιώ στην Πατρίδα , την αδελφή της μάνας της, της Μαργιόρας. Νέα πέθανε εκείνη κι έτσι της έδωσαν το όνομά της, να μείνει ζωντανό. 

Ό,τι έλεγαν εκείνο το βράδυ , κάθε κουβέντα, κάθε αναστεναγμός, κάθε σιωπή , ήταν ένα κομμάτι από τον Ξεσηκωμό τους, από τη ρίζα τους την τραυματισμένη και τη δύναμη που έπρεπε να βρουν για να σταθούν. 

Κι εγώ, παιδούλα ακόμα, δίπλα τους, να τις ακούω σιωπηλά, να χορταίνω τη σοφία τους, το άρωμα του ψημένου κρεμμυδιού και τη ζεστασιά της ιστορίας τους. Δεν τα ξέχασα ποτέ. Όλα τους τα λόγια έγιναν μέσα μου παρακαταθήκη. Άκουγα, δεν μιλούσα. Οι φωνές τους, χαμηλές και θλιμμένες, ήταν σαν τραγούδι απ’ τα βάθη του χρόνου. Κάθε λέξη τους, κάθε μαρτυρία, ήταν ένα κομμάτι από εκείνον τον Ξεσηκωμό , που μας έφερε ως εδώ. Στη Νέα Δήμητρα. 

Κι έτσι, μέσα στον καπνό, τη στάχτη και τη μνήμη, έκαιγε και το άλλο τζάκι , της Ιστορίας. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή