Γιώργης ο Τακίδης . Ο Τελευταίος Πεχλιβάνης 

Γιώργης ο Τακίδης . Ο Τελευταίος Πεχλιβάνης 

Έλεγαν πως ο Γιώργης ο Τακίδης ήταν καλός πεχλιβάνης , θεριό ολόρθο. Πριν έρθει η Ανταλλαγή και τους σκορπίσει στους κάμπους πρώτα της Φλώρινας και μετά  του Κιλκίς, ήταν ο πρώτος πεχλιβάνης στα πανηγύρια της Ανατολικής Θράκης. 

Στη Σηλυβρία, στην Τσατάλτζα, στα πανηγύρια του Αγίου Αθανασίου, τον έβλεπες να γυαλίζει το κορμί του με λάδι, να δένει το δερμάτινο κις πέτ του και να μπαίνει στον κύκλο με μάτια χαμηλωμένα και καρδιά που έβραζε. Ήξερε να ρίχνει άνθρωπο χωρίς να τον λυγίσει. «Με ντροπή να μη φύγεις ποτέ», του ’λεγε ο παππούς  του ,ο Τάκος  ο Τακίδης.  

Μα ήρθαν οι μέρες που τα πανηγύρια κόπηκαν. Ο πόλεμος κι η Ανταλλαγή τον βρήκαν να παλεύει όχι πια στο χώμα, μα με τον ξεριζωμό. Έφυγε με την μάνα του την Κατίνα και τα αδέλφια του ,τον Δημήτρη και την μικρή Βασιλική. Ο πατέρας τους ο Νικόλας είχε φύγει από τη ζωή λίγα χρόνια πριν τον Ξεριζωμό , εκεί στο Άκαλαν της Τσατάλτζας, στην Πατρίδα.  

Στη Νέα Δήμητρα βρηκαν το σπίτι του Εποικισμού  και δίπλα έστησαν κουζινάκια και  αποθηκάκια . 

Και καθισμένος στην αυλή του σπιτιού του διηγόταν στα ανίψια του τις ιστορίες του.  

Ήταν καλοκαίρι στο Άκαλαν της Τσατάλτζας κι ο ήλιος βαστούσε ακόμα ψηλά, σαν να μην ήθελε να χάσει το θέαμα. Στην αυλή της Αγίας Παρασκευής, στρωμένα τα τραπέζια με στριφτάρια, ψωμιά, τυριά και στάμνες με κρασί. Ο κόσμος έπιανε τα τσίπουρα και τα νταμιτζάνια κι οι γυναίκες τάιζαν τα παιδιά στο πόδι, μην τους ξεφύγει ο αγώνας. 

Στη μέση του ξέφωτου, δυο άντρες έτριβαν τα μπράτσα τους με λάδι. Ο ένας ήταν ο Γιώργης ο Τακίδης, κορμί φαρδύ και  μαλλί κορακίσιο κολλημένο απ’ τον ιδρώτα στο μέτωπο. Απέναντί του, ένας ξακουστός πεχλιβάνης απ’ τη γειτονική Κεσσάνη, θεριό κι αυτός, αλλά πιο βαρύς στο πάτημα. 

Στον ίσκιο, καθισμένος σε μια καρέκλα που έτριζε, ο Βασίλης ο Γκάιτατζης, παλιός πεχλιβάνης κι αυτός, μα τώρα κρατούσε τη γκάιντα του σφιχτά στα πόδια. Μόλις οι δυο άντρες έκαναν το σταυρό τους κι έπιασαν το χώμα, φύσηξε τον πρώτο σκοπό. Ήταν ο σκοπός του αγών, αργός στην αρχή, να δίνει ρυθμό στα πόδια .  

Η Μαρία του Αρβανίτη έσφιγγε το μαντίλι στα γόνατα. Ο Χατζής ο Σωτήρης γύρισε και είπε στην Ανάστα δίπλα του: 

— Άντε να δούμε, θα τον ρίξει τον Κεσανλή; 

Η Αναστα χαμογέλασε: 

— Ο Γιώργης είναι απ’ το αίμα μας, θα τον ρίξει. 

Πιο κει, ο Θανάσης ο Τριανταφυλλίδης με τον αδελφό του τον Μανώλη μασούσαν καπνό και κουνούσαν το κεφάλι στον ρυθμό της γκάιντας. Ο Γιωργάκης ο Μάνος, όρθιος, χειροκροτούσε να σηκώσει τον κόσμο. 

Ο αγώνας άναψε. Χέρια μπλέχτηκαν σε μέση και ώμους, τα πόδια πάλευαν να βρουν λαβή στο χώμα. Η γκάιντα του Γκάιτατζη τώρα μούγκριζε, λες κι έβγαζε το τραγούδι του τόπου όλου. Ο Γιώργης έσφιξε τα δόντια, πήρε την πλάτη του αντιπάλου στον ώμο και με μια βουτιά, τον έριξε ανάσκελα, τρίζοντας το χώμα. 

“Γιώργη! Γιώργη!”, φώναξε ο κόσμος. Σήκωσαν τα ποτήρια, φώναξαν τα παιδιά. Ο Βασίλης ο Γκάιτατζης, μισόκλειστα τα μάτια, έπαιζε.  

Κανείς δεν ήξερε πως θα ’ταν το τελευταίο τους πανηγύρι στο Άκαλαν. Πως εκεί που γέμιζαν τα τραπέζια με  παιδικά γέλια, θα έμπαινε σιωπή, σιωπή και φευγιό. Πως ο Γιώργης ο Τακίδης, μαζί με τους άλλους Αγαλανιώτες, θα σήκωνε όχι πια κορμιά αντιπάλων, μα τον ίδιο τον ξεριζωμό στην πλάτη του. 

Μα εκείνη τη μέρα, ήταν ακόμα όλοι εκεί. Η  Μαρία του Αρβανίτη, ο Χατζής ο Σωτήρης, η Ανάστα, ο Θανάσης κι ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης, ο Γιωργάκης ο Μάνος. Και στη μέση, ο Γιώργης ο Τακίδης, με το κις πέτ δεμένο, να ευχαριστεί τον κόσμο 

Κι ο τόπος σηκώθηκε, για μια νύχτα ακόμα. 

Δεν πέρασε πολύς καιρός από το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής. Οι γκάιντες σώπασαν, οι πάγκοι μαζεύτηκαν, κι ο Γιώργης ο Τακίδης βρήκε την πάλη του αλλιώς.  Όχι πια στα χώματα του ξέφωτου, μα στους δρόμους και στις αυλές, να δένει μπόγους, να φορτώνει ζώα, να σηκώνει στους ώμους το βίος του  και τα διπλάσια βάρη της καρδιάς του. 

Το Άκαλαν άδειαζε μέρα τη μέρα.  

Η Μαρία του Αρβανίτη, η Ανάστα, ο Χατζής ο Σωτήρης, ο Θανάσης κι ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης, ο Γκάιτατζης ο Αλέξανδρος  και ο Θανάσης, ο Μαρμαρίδης και οι αδελφές του ,  ο Γιωργάκης ο Μάνος με τη Φωτεινή  , όλοι μαζί έκαναν κουβέντες νυχτερινές, πώς θα πάρουν δρόμο, τι θα αφήσουν πίσω, ποιον θα προλάβουν. Κανείς δεν ήθελε να φύγει πρώτος , σαν να πίστευαν πως όσο μένουν, σώζεται ο τόπος τους. 

Όταν ήρθε η μέρα, τα σπίτια άφησαν τις πόρτες τους μισάνοιχτες , άλλες με τα εικονίσματα κρεμασμένα στον τοίχο, άλλες με το ψωμί μισοφαγωμένο στο τραπέζι. Οι μάνες έδεναν τα παιδιά στις αγκαλιές τους  με σεντόνια, μην τα χάσουν στο δρόμο.  

Ο Γιώργης ο Τακίδης, κοίταξε πίσω, στο ξέφωτο. Εκεί που κάποτε έριξε τον Κεσανλή κι όλος ο τόπος χειροκροτούσε. Τώρα, κανείς.  

Στο δρόμο για την Προποντίδα, όλο το Άκαλαν γινόταν καραβάνι. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, ζώα φορτωμένα κι από πίσω άλογα με μπαούλα δεμένα με σκοινιά. Κάποιοι προσεύχονταν σιγανά να ξορκίσουν το κακό .  Άλλοι σταυροκοπιούνταν.  

Φτάσανε πρώτα στη Ραιδεστό, ύστερα στην Καλλίπολη, ύστερα στο πλοίο. Στο κατάστρωμα, στριμωγμένοι, κοιτούσαν πίσω. Το Άκαλαν έμεινε πίσω , μια κουκίδα που χάθηκε στην ομίχλη του Μαρμαρά. Κανείς δεν είπε λέξη. Μόνο ο Γιώργης έσφιξε το χέρι του Θανάση Τριανταφυλλίδη. 

— Εκεί που θα πάμε, θα ξαναπαλέψουμε. 

Κι ο Θανάσης απάντησε: 

— Και θα στήσουμε άλλο πανηγύρι. Στην καινούρια μας Αγία Παρασκευή. 

Έτσι βγήκαν στη Νέα Δήμητρα , κουρασμένοι, ρακένδυτοι, αλλά όρθιοι. Ο Γιώργης ο Τακίδης δεν ξέχασε ποτέ το χώμα του Άκαλαν, ούτε την πάλη, ούτε τη γκάιντα που σώπαινε. Όμως έστησε νέο ξέφωτο,  στα χωράφια του προσφυγικού χωριού. Κι όταν έσμιγε το χωριό στο πανηγύρι, έλεγε στα παιδιά: 

— Εκεί που χάσαμε, εκεί φυλάξαμε. Και θα το ξανασηκώσουμε. 

Σαν πάτησαν το πόδι τους στο χώμα της Νέας Δήμητρας, ο ήλιος τούς τύφλωνε κι ο αέρας μύριζε στάχτη και βρεγμένο χώμα. Τίποτα δεν θύμιζε το Άκαλαν. Ούτε το ξέφωτο, ούτε τις αυλές, ούτε τον ήχο της γκάιντας που σφύριζε πάνω απ’ τα τραπέζια. Μόνο οι άνθρωποι θύμιζαν , ο ένας τον άλλον. 

Πρώτα βάλανε τάξη στα λίγα τους υπάρχοντα.  Οι γυναίκες ξεδίπλωσαν τα σεντόνια να γίνουν κουρτίνες, οι άντρες ξήλωσαν ξύλα, έστησαν καλύβες, έβαλαν τις εικόνες πάνω από τις πόρτες, “να βλέπει η Παναγιά πως είμαστε ακόμα εδώ”. 

Ο Γιώργης ο Τακίδης έβαλε μπροστά πρώτος, έσκαβε αυλάκια να ποτίσει το χωράφι που τους μοίρασαν. Η γη σκληρή, άγνωστη, πέτρα και χώμα ανακατεμένα. Άλλος θα έλεγε «δεν πιάνει», μα ο Γιώργης ήξερε να παλεύει. 

Στο διπλανό χωράφι, ο Θανάσης Τριανταφυλλίδης με τον αδελφό του τον Μανώλη έσπειραν σιτάρι. Μικρή η σοδειά, μα έδωσε ψωμί. Η Μαρία του Αρβανίτη  έφτιαχνε ψωμί για τρεις γειτονιές, κι όλο μοσχοβόλαγε το σοκάκι. 

Ο Γιώργης έδειχνε στα παιδιά του χωριού πώς γινόταν ο αγώνας .Δεν ήταν όπως τότε στο Άκαλαν ,αλλά σήκωνε τα μανίκια κι έδειχνε  πώς δένεται η μέση, πώς πιάνεται το μπράτσο, πώς πέφτει ο αντίπαλος «ίσια, τίμια, στα μάτια». 

Σιγά σιγά η Νέα Δήμητρα  έγινε χωριό . Τα χωράφια άρχισαν να πρασινίζουν. Τα βράδια, κάτω από την ασκαμνιά  του  Μπολσουράν , έλεγαν τα παλιά. Για το Άκαλαν, το πανηγύρι, τον δρόμο που τους ξερίζωσε κι έπειτα σώπαιναν .  

Και σαν τον έπιανε το βράδυ να συλλογιέται, έκλεινε τα μάτια κι άκουγε, γκάιντα, φωνές, χειροκροτήματα. Ένα ξέφωτο που το κουβαλούσε στην καρδιά του ,από την Ανατολική Θράκη μέχρι τη Νέα Δήμητρα. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή