Γιωργιά Στεργιάδη. Σκιές μιας Προσφυγικής Ζωής
Η Γεωργιά ήρθε στον κόσμο στα χώματα της Ανατολικής Θράκης, στο Όκλαλι, τότε που η ζωή κυλούσε σαν το ποτάμι, αργά και σταθερά, με τις χαρές και τις έγνοιες της, με τα σπίτια γεμάτα φωνές και τα όνειρα να γίνονται με το βλέμμα στραμμένο στο αύριο.
Ήταν δεν ήταν τεσσάρων χρόνων όταν ήρθε ο ξεριζωμός. Ο πατέρας της, ο Φώτιος Στεργιάδης(1880-1927) , η μάνα της, η Αθηνά Πραξιγά 1885-1962), τα αδέλφια της, ο Απόστολος κι η Φωτεινή, όλοι τους άφησαν πίσω τη γη που τους γέννησε, το σπίτι που τους ζέστανε, τις αυλές που μύριζαν βασιλικό.Ο Φώτιος ήταν ο γιός του Στέργιου και της Ευδοκίας ,που ο Στέργιος ήταν ο αδελφός της Μαργιόρας , της μητέρας της Κερανιώς Τσιφτσόγλου . Η Αθηνά , ήταν η κόρη του Στέργιου και της Ευπραξίας και αδελφή του Νικόλα Πραξιγά .
Στη θέση τους, βρήκαν τα λασπωμένα αντίσκηνα της Νέας Δήμητρας, τα κουρασμένα πρόσωπα, τα βλέμματα που πάλευαν να κρατήσουν ζωντανό κάτι από το παρελθόν.
Και ύστερα, μπήκαν στα σπίτια του Εποικισμού. Μικρά, φτωχικά, μα δικά τους. Ονειρεύονταν. Τα παιδιά να παντρευτούν, οι γονείς να τα καμαρώσουν, η ζωή να ξαναβρεί το ρυθμό της. Μα η μοίρα δεν τους λογάριασε.
Τρία χρόνια μετά την εγκατάσταση, ο πατέρας της αρρώστησε. Δυνατός άντρας, μα δεν τα κατάφερε. Η οικογένεια έμεινε μισή, η Αθηνά να κουβαλά μόνη της το βάρος, τα παιδιά να γαντζώνονται από τη ζωή.
Και ύστερα, η Φωτεινή(1908-1929). Στα είκοσι ένα της χρόνια, την πήρε κι εκείνη ο θάνατος, λες και ήθελε να ξηλώσει ό,τι είχε απομείνει όρθιο. Κι ύστερα, ο Απόστολος(1906-1943). Τριάντα επτά χρονών παλικάρι, πριν προλάβει να γεράσει, πριν προλάβει να χαρεί όσα ονειρεύτηκε.
Η Γεωργιά έμεινε μόνη. Παντρεύτηκε, μα ο γάμος της δεν της έφερε τη γαλήνη. Το σώμα της κουρασμένο από παιδί, την πρόδωσε κι άλλο. Η εγκυμοσύνη της δεν πήγε καλά. Το μωρό της δεν πρόλαβε να δει τον κόσμο, κι εκείνη υπέφερε, όπως μόνο μια μάνα που χάνει το παιδί της μπορεί να υποφέρει.
Κι όμως, δεν έσκυψε. Δεν λύγισε. Όταν η βαφτιστικιά της, η Βαγγελιώ, αρραβωνιάστηκε, η Γεωργιά ζήτησε να μείνουν όλοι μαζί, να είναι οικογένεια. Και η Βαγγελιώ πήγε στο σπίτι της μαζί με τον Χριστόφορο και τις φρόντιζαν ,σαν να ήταν δικές τους μάνες . Και όταν απέκτησαν τα παιδιά τους, τους έδωσαν τα ονόματα του πατέρα και του αδελφού της Γεωργιάς, να μη σβηστούν, να μείνουν στις γενιές που θα έρθουν.
Τα χρόνια πέρασαν, η Αθηνά έφυγε στα γηρατειά της, ήσυχα, όπως αρμόζει σε εκείνους που πάλεψαν. Μα η Γεωργιά δεν είχε την ίδια μοίρα. Πενήντα τριών χρονών έφυγε, νέα ακόμα, φορτωμένη από βάσανα, με την ψυχή γεμάτη πληγές που δεν πρόλαβαν να κλείσουν.
Άφησε πίσω της μόνο αναμνήσεις. Και δυο παιδιά με τα ονόματα εκείνων που χάθηκαν. Και μια ιστορία που έμεινε να τη διηγούνται, για να μην ξεχαστεί.