Αφήγηση του Ευθυμιάδη Αλέξανδρου από τη Νέα Δήμητρα
Η ζωή μας πριν από χρόνια ήταν γεμάτη από σκληρή δουλειά, μόχθο και καθημερινές αναμνήσεις που σημάδεψαν τις γενιές που πέρασαν. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά επαγγέλματα της εποχής ήταν το εργαλείο της πρέσας, ένα μηχάνημα που έδενε μπάλες άχυρου, χόρτου και σάλμα για να αποθηκευτούν και να χρησιμοποιηθούν κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Αυτή η δουλειά χρειαζόταν πολλή υπομονή και ικανότητα. Από μικρός, θυμάμαι πως το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μου το περνούσα στην πρέσα του Παντελή Σπαρταλίδη , δουλεύοντας αδιάκοπα για να τελειώσουμε τις μπάλες άχυρου και χόρτου. Ήταν εποχές που ακόμα υπήρχαν τα αλώνια και η ζωή μας ήταν συνδεδεμένη με τη γη και τα ζώα.
Ο πρώτος μου χρόνος στην πρέσα ξεκίνησε όταν ήμουν μόλις έντεκα χρονών. Η δουλειά εκείνη ήταν ιδιαίτερα απαιτητική, αλλά εγώ, όπως όλοι μας, δεν είχα άλλη επιλογή. Θυμάμαι τη στιγμή που πήγα για πρώτη φορά να δουλέψω εκεί. Ο αδελφός μου δεν ήθελε να πάει και έτσι ανέλαβα εγώ την ευθύνη. Το συνεργείο ήταν στον Μικρόκαμπο και ήρθαν στο χωριό όταν έπιασε ο Βαρδάρης. Τοποθετήσαμε την πρέσα εκεί και άρχισαν οι δουλειές.
Ο ρόλος μου ήταν να οδηγώ τα άλογα γύρω από τον άξονα. Με το σύρμα στο χέρι, προσπαθούσα να διατηρώ τον έλεγχο και να αποφεύγω να χτυπήσουν τα πόδια των αλόγων. Κάθε φορά που ο κόπανος έσκαγε και η καταπακτή άνοιγε, το άχυρο έπεφτε δυνατά και ο πατητής έβαζε την πόρτα για να συγκρατήσει τη μπάλα. Είχε πολλή δουλειά, αλλά όλοι βοηθούσαμε. Το προσωπικό της πρέσας ήταν μικρό αλλά εργατικό, δύο δεκραντζήδες, ο πατητής, ο δέτης, ο μπαλαδόρος και φυσικά εμείς, τα παιδιά, που φροντίζαμε τα άλογα και τα σύρματα.
Το ωράριο ήταν πολύ σφιχτό , από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου, με μικρή ανάπαυλα το μεσημέρι για φαγητό και ξεκούραση. Όμως η δουλειά ήταν αναγκαία και όλοι είχαμε τις υποχρεώσεις μας. Εμείς τα παιδιά, μετά τη δουλειά στην πρέσα, φροντίζαμε τα άλογα, τα ποτίζαμε και τα ταΐζαμε με τον «τουρβά».
Θυμάμαι χαρακτηριστικά το άσπρο άλογο του Σαραντίκου, που ήταν πολύ καλό, και το μαύρο του θείου μου του Στέφανου του Μήνα που ήταν πιο δύσκολο στο χειρισμό. Ο Σαραντίκος ήταν πολύ απαιτητικός με το άλογό του, τον Κίτσο. Θυμάμαι μια χρονιά που δουλεύαμε στα μπαΐρια, στην περιοχή Καρατσαντερέ, στην Καμπάνη Κιλκίς . Καθώς καθίσαμε να φάμε το μεσημέρι, ο Κίτσος ξαφνικά έφυγε. Όσο κι αν προσπαθούσα να τον πιάσω, άρχισε να τρέχει και συνέχισε έτσι μέχρι τις Μάνδρες. Όσο και να τον καλούσα, άρχισε να τρέχει, και συνέχισε ώσπου μας πρόφθασε ο Στέργιος ο Μήττας, που καβαλούσε τη φοράδα του. Εκείνος έπιασε τον Κίτσο και γυρίσαμε πίσω.
Αυτή ήταν η ζωή μας τότε, γεμάτη δυσκολίες αλλά και στιγμές που μένουν στη μνήμη μας για πάντα. Δούλεψα σε διάφορες πρέσες, όπως εκείνη του Παντελή του Σπαρταλίδη, του Βαλιού του Τσιφτσή και του Τσάτσου το Κιτικάκκ Θυμάμαι πως και ο Αξονίδης ο Χριστόδουλος είχε πρέσα αλλά δεν δούλεψα εκεί . Δούλεψα τέσσερα καλοκαίρια πάνω στην πρέσα και κάθε μνήμη από εκείνη την περίοδο είναι για μένα μια γλυκιά θύμηση από την παιδική μου ηλικία, γεμάτη θόρυβο από τα άλογα, τη ζέστη του ήλιου και τη δουλειά που μας κρατούσε όλους ενωμένους.
Νομίζω πως ήμουν από τους τελευταίους που έμειναν να δουλεύουν σε αυτό. Ίσως και ο Σαρβανιτίδης ο Ρούλης, αλλά και ο Απόστολος Ιωακειμίδης ήταν στη δουλειά. Τα καλοκαίρια μου ήταν γεμάτα με τη μυρωδιά του άχυρου και την κούραση από την εργασία, αλλά και με την αίσθηση ότι συνέβαλα στην κοινότητά μας και στην παράδοση που διατηρούσαμε.
Αυτές οι αναμνήσεις με συντροφεύουν μέχρι σήμερα και με κάνουν να συνειδητοποιώ πόσο σημαντική ήταν εκείνη η δουλειά για τη ζωή του χωριού μας. Η δουλειά ήταν γεμάτη ένταση και μόχθο, αλλά και στιγμές που έμειναν για πάντα στην μνήμη μου.