Αστείες Ιστορίες της Νέας Δήμητρας:  Η Καλημέρα που Άργησε να Βγει 

Αστείες Ιστορίες της Νέας Δήμητρας:  Η Καλημέρα που Άργησε να Βγει 

Ήταν ένα πρωινό, σαν όλα τ’ άλλα στη Νέα Δήμητρα, μα με κάτι το ιδιαίτερο , όπως όλα τα πρωινά στο χωριό που κρύβουν μικρές ιστορίες. Ο  Κωνσταντής ,χωριανός μας παλιός, ανηφόριζε για το σπίτι του . Ήταν άνθρωπος γλυκομίλητος μες στην ψυχή, μα η γλώσσα του δεν πρόφταινε πάντα τις προθέσεις του. Κόλλαγε στο «κάπα» σαν να ήταν πελεκημένη πέτρα η λέξη που ήθελε να βγει. 

Καθώς περνούσε μπροστά από τον Γιώργο τον Γκόγκο, κοντοστάθηκε. Άνοιξε το στόμα, πήρε φόρα: 

  • Κκκκα… κκκκαα… 

Ήθελε να πει «καλημέρα», μα δεν τα κατάφερνε. Το «κάπα» του έσπρωχνε τη γλώσσα πίσω . Χαμογέλασε ο Γκόγκος, του ‘δωσε ένα νεύμα, μια σιωπηλή κατανόηση. Ο Κωνσταντής ,κούνησε το κεφάλι  κι αυτός και συνέχισε. 

Λίγο πιο πάνω, έπεσε πάνω στον Απόστολο τον Μουχτάρ, που ετοίμαζε το κάρο, στην αυλή του  . Πάλι ο Κωνσταντής  σταμάτησε, πάλι η ίδια προσπάθεια: 

  • Κκκκακκ… κκκκαα… 

Το ίδιο. Η καλημέρα δεν ερχόταν. Ο Μουχτάρς του χαμογέλασε με τη σοφία εκείνων που ξέρουν πως άλλο είναι να μιλάς με λέξεις, κι άλλο με βλέμματα. 

Τρίτος στον δρόμο, λίγο πριν το σπίτι, του παρουσιάστηκε ο Ποιμενίδης ο Γιώργης. Ο χωριανός μας κοντοστάθηκε, για Τρίτη φορά. Πήρε ανάσα, έσφιξε τα χέρια σε γροθιές και σχεδόν με αγωνία ξεστόμισε: 

  • Κκαα… κκα… λημέρα… Το ’πε. Το είπε όλο. Ήταν η στιγμή, το κισμέτ, η συγκυρία—ή ίσως απλώς η Τρίτη προσπάθεια. Ο Ποιμενίδης  χαμογέλασε πλατιά και τον ανταπέδωσε .  
  • Δική σου  είναι σήμερα, Γιώργη, η καλημέρα. Εσύ την κέρδισες !  Και τον κοίταξε  με το πιο καθαρό χαμόγελο, αυτό που δε χρειάζεται λόγια, ούτε «κάπα», ούτε φωνή. Μόνο ψυχή . 
Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή