Από Χέρι σε Χέρι
Η προίκα περνούσε από χέρι σε χέρι, σαν άυλη φλόγα, σαν μαρτυρία ζωής, σαν κληρονομιά του θηλυκού κόσμου.
Πριν προλάβει να μιλήσει το στόμα, μιλούσαν τα χέρια. Τα χέρια των γυναικών του τόπου μας. Στο Όκλαλι, στη Σηλυβρία, στο Άκαλαν και στη Νέα Δήμητρα. Στις αυλές και στα χειμωνιάτικα δωμάτια, στα δώματα και στα πατημένα χώματα. Εκεί, ανάμεσα σε παιδιά, τραγούδια και δουλειές, γεννιόταν η προίκα κι όχι μόνο ως ύφασμα ή εργόχειρο. Γεννιόταν σαν πράξη αγάπης, σαν υπομονή υφασμένη, σαν φωνή άφωνη που επέμενε να μην ξεχαστεί.
Έτσι περνούσε. Από τη γιαγιά στη μάνα, από τη μάνα στην κόρη κι έπειτα στην εγγονή. Από χέρι σε χέρι.
Όχι με φωνές, αλλά με δείξιμο. Όχι με εντολές, αλλά με βελονιές.
“Κάθισε να σου δείξω το λουλούδι. Έτσι κρατάς τη βελόνα. Μη σφίγγεις την κλωστή. Κι όταν στενοχωριέσαι, ράψε λίγο ,περνάει…”
Τέτοια έλεγαν. Και μάθαινες. Όχι μόνο να κεντάς. Αλλά και να αντέχεις.
Η προίκα δεν ήταν πλούτος. Ήταν ο κόπος. Ήταν το “ήμουν κι εγώ εδώ”. Ένα τραπεζομάντηλο με δαντέλα έλεγε την ιστορία ενός έρωτα. Ένα κοφτό σεντόνι μιλούσε για τα ξενύχτια της μάνας, για τη σιωπή, για το τίποτα που έγινε κάτι. Ένα σεμεδάκι, κουρασμένο από το χρόνο, κουβαλούσε τη μυρωδιά της γιαγιάς. Και μόλις το άγγιζες, σου φαινόταν πως γύριζε ο κόσμος πίσω.
Την προίκα δεν την έδιναν απλώς. Την εμπιστεύονταν. Με μια σιωπηλή ιερότητα, σαν να σου έδιναν το κλειδί μιας μυστικής σπηλιάς. Την τύλιγαν σε λευκά σεντόνια, τη μοσχοβόλαγαν με φύλλα δάφνης και λεβάντας, την έβαζαν μέσα στο μπαούλο. Και την κουβαλούσες, μαζί με τις ευχές, τις προσδοκίες και μια μυστική παρακαταθήκη, να συνεχίσεις.
Να συνεχίσεις. Όχι να επαναλάβεις μηχανικά , μα να συνεχίσεις με την ψυχή. Να προσθέσεις το δικό σου μοτίβο .Το δικό σου χέρι, που θα αφήσει τη δική του σφραγίδα.
Και κάποτε, όταν πια τα χέρια έπαιρναν να βαραίνουν, όταν η όραση θαμπωνόταν και η βελόνα έπεφτε πιο συχνά από τα δάχτυλα, ερχόταν η εγγονή.
Και τότε, άνοιγε πάλι το μπαούλο.
“Κοίτα, παιδάκι μου… αυτά τα έφτιαξε η μάνα μου κι αυτά εγώ. Δεν είναι σπουδαία, μα έχουν τον ιδρώτα μας. Έχουν τη ζωή μας μέσα.”
Κι έτσι το φως πέρναγε από γενιά σε γενιά. Χωρίς λόγια μεγάλα.
Μόνο με κλωστές και σχήματα. Με νήματα και αρώματα. Με γυναίκες που έραβαν το χρόνο.
Αυτό είναι η γυναικεία δημιουργία.
Όχι μόνο τα υφάσματα , αλλά η ίδια η μνήμη που κρατιέται ζωντανή μέσα από μια βελονιά.
Η βελονιά γίνεται λέξη, η λέξη γίνεται ιστορία, και η ιστορία γίνεται πατρίδα.
Η μαστοριά της μάνας
Δεν πήγε σε σχολείο υψηλό. Δεν έμαθε γράμματα πολλά. Ήξερε όμως να διαβάζει τα υφάσματα και να λογαριάζει τις αποστάσεις με το μάτι. Ήξερε πότε να σφίξει και πότε να χαλαρώσει την κλωστή. Ήξερε τη σιωπή και την ακρίβεια. Αυτή ήταν η μάνα.
Η μάνα ήξερε να φτιάχνει από το τίποτα. Από μια παλιά ψάθα, ένα λινό πανί, μια χούφτα κουβαρίστρες. Κι όμως, μ’ αυτά έντυνε το σπίτι, στόλιζε το τραπέζι, έραβε τις γιορτές και τα καθημερινά.
Τα δάχτυλά της, γεμάτα από μικρές ραβδώσεις και σημάδια βελόνας, δεν γνώριζαν ανάπαυση. Μιλούσαν μόνα τους, δίχως φωνή. Μέρα με τη μέρα και βράδυ με τη λάμπα πετρελαίου, εκεί, σκυμμένη, η μάνα έραβε. Έμπαινε ο χειμώνας κι εκείνη ξεκίναγε τα σεντόνια. Πέρναγε η άνοιξη και τα καρέ άρχιζαν να γεμίζουν λουλούδια. Έπεφτε το καλοκαίρι κι έπλεκε τις κουρτίνες .
Η μαστοριά της μάνας δεν ήταν μόνο στην τεχνική ,αν και την είχε. Ήταν στον τρόπο. Στο πώς έδινε υπόσταση στο καθημερινό. Στο πώς φρόντιζε να έχει ομορφιά ακόμα και το πετσετάκι του νεροχύτη.
Ήταν σε εκείνο το “θα το διορθώσω”, όταν κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν πέταγε ποτέ τίποτα. Μεταποιούσε, διόρθωνε, έραβε ξανά. Όχι μόνο τα υφάσματα, αλλά και τις δυσκολίες.
Ένα βράδυ, τη θυμάμαι, καθόταν στο μικρό τραπέζι της αυλής με το φως χαμηλωμένο. Κεντούσε ένα σεμέν με λευκή κλωστή πάνω σε λεπτή εταμίνη. Κάθισα δίπλα της.
_ Πόσο χρόνο σου πήρε αυτό, μάνα; — Δεν το μετρώ με μέρες, παιδί μου. Το μετρώ με στιγμές.
Στα χέρια της, κάθε έργο δεν ήταν απλώς αντικείμενο. Ήταν χρόνος μεταποιημένος σε ομορφιά. Ήταν ο κόπος, ο έρωτας, η λύπη, η ελπίδα , όλα φυλαγμένα μέσα σε ένα κομμάτι πανί. Και δεν ζητούσε τίποτα γι’ αυτά. Δεν έλεγε “κοίτα τι έκανα”. Απλώς τα έστρωνε, τα πρόσφερε, τα χάριζε.
Και όταν ήρθε ο καιρός να ετοιμάσει το μπαούλο της κόρης, δεν πανικοβλήθηκε. Όλα τα είχε από χρόνια φυλαγμένα. Διπλωμένα με ευλάβεια, μοσχοβολισμένα λεβάντα. Κάθε κομμάτι, ένα κομμάτι από την ίδια της την ψυχή.
Η μαστοριά της μάνας δεν ήταν επάγγελμα. Ήταν στάση ζωής.
Ήταν μια καθημερινή, σιωπηλή δημιουργία. Μια αρχόντισσα χωρίς στολίδια, που έπλαθε με το χέρι της τον κόσμο γύρω της.
Κι όταν έφυγε η μάνα, έμειναν τα εργόχειρά της πίσω. Σαν να μην έφυγε ποτέ. Σαν να λέει ακόμα:
“Να θυμάσαι τι φτιάξαμε με τα χέρια μας. Με υπομονή και αγάπη.”