Από το Σεντούκι…
Υπάρχουν αντικείμενα που δεν έχουν καμία αξία για τον κόσμο, αλλά έχουν μέσα τους ολόκληρες ζωές. Ίσως τα προσπερνά κανείς σε ένα ράφι, σε μια αποθήκη ή σ’ ένα παλιό μπαούλο. Μα αν τα αγγίξεις προσεκτικά, αν σκύψεις πάνω τους με λίγη σιωπή και σεβασμό, μπορεί να σου πουν ιστορίες που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Ένα τετράδιο με συνταγές γεμάτο κηλίδες λαδιού . Ένα ρολόι τσέπης που σταμάτησε αλλά ποτέ δεν ξεχάστηκε. Τα γυαλιά του παππού μου , που κοίταζε μέσα από αυτά πιο καθαρά απ’ όλους. Αυτά τα αντικείμενα δεν είναι απλώς παλιά. Είναι μαρτυρίες.
Η συλλογή αυτή δεν έχει να κάνει με νοσταλγία. Έχει να κάνει με μνήμη , αυτή που δεν κρατιέται με φωτογραφίες, αλλά με πράγματα που φαινομενικά δεν λένε τίποτα, κι όμως κουβαλούν τα πάντα.
Το ρολόι του παππού το βρήκα τυχαία, στον πάτο ενός ξεχασμένου συρταριού, μέσα σε ένα υφάσματινο πουγκί ξεθωριασμένο απ’ την υγρασία και τα χρόνια. Όταν το άνοιξα, το ένιωσα αμέσως, είχε βάρος. Βάρος στιγμών, ανθρώπων.
Ένα ρολόι τσέπης, παλιό, χρυσό, με μια αμυδρή χαρακιά στο καπάκι: “Π.Α. 1937”. Τα αρχικά του παππού μου. Ούτε που ήξερα πως υπήρχε.
Δεν λειτουργούσε. Οι δείκτες είχαν σταματήσει , όχι στο μηδέν, αλλά σε μια ώρα που κανείς δεν θυμόταν πια αν σήμαινε κάτι. Το άνοιξα προσεκτικά. Ο μηχανισμός ήταν ακόμη εκεί, με μικροσκοπικά γρανάζια Δεν το πήγα για επιδιόρθωση. Δεν ήθελα να το ξυπνήσω. Μου άρεσε όπως ήταν, σταματημένο. Σαν να είχε κρατήσει μέσα του την τελευταία στιγμή που τον είδα.
Ο παππούς μου είχε το ρολόι πάντα στην τσέπη του, δεμένο με μια αλυσίδα που περνούσε από το κουμπί του γιλέκου. Παιδί τότε, τον παρατηρούσα να το βγάζει κάθε τόσο, να το κοιτάζει σιωπηλά, να το κλείνει πάλι. Ποτέ δεν ρώτησα τι έβλεπε.
Τώρα το κρατώ εγώ. Δεν το φοράω , ποιος φοράει ρολόι τσέπης πια; Όμως κάποιες βραδιές, όταν όλα έχουν σωπάσει, το βγάζω απ’ το πουγκί του και το κοιτάζω. Οι δείκτες είναι εκεί, σταματημένοι όπως τότε. Το γυαλί έχει ελαφρώς θολώσει. Κι όμως, μέσα απ’ αυτό, βλέπω καθαρά.
Δεν είναι χρόνος αυτό που μετρά. Είναι ανάμνηση.
Μέσα στο σεντούκι σε μια στοίβα χαρτιών βρήκα το τετράδιο των συνταγών της γιαγιάς μου . Το εξώφυλλο είχε φθαρεί. Μια λέξη, γραμμένη με μολύβι και σβησμένη απ’ τα χρόνια, ίσα που διακρινόταν: “Συνταγές”. Από κάτω, μικρά γράμματα: ” Χριστίνα Ξ.” το όνομα της γιαγιάς μου.
Ήταν ένα τετράδιο παλιό, σχολικό, με γραμμές κι ένα μικρό περιθώριο αριστερά.
Η πρώτη σελίδα έγραφε:
“Κουλουράκια με πορτοκάλι ,για τη νηστεία”
Η γραφή της ήταν καθαρή, ελαφρώς καμπυλωτή, με εκείνη τη γλύκα των γυναικών που δεν πρόλαβαν να μάθουν πολλά γράμματα, αλλά ήξεραν να λένε ιστορίες με αλεύρι και κανέλα.
Σε κάθε σελίδα, μια συνταγή. Σε κάθε συνταγή, μια ζωή.
“Γλυκό κουταλιού σταφύλι (της θείας Τσόφας)”
” Βασιλόπιτα με φύλλα – 40 φύλλα, όχι λιγότερα!”
Δίπλα στις συνταγές, μικρές σημειώσεις. Μυστικά. Κουβέντες.
Δεν ήταν απλώς τετράδιο. Ήταν η κουζίνα ολόκληρη, διπλωμένη σε χαρτί. Ήταν το σπίτι τις Κυριακές, με τη μυρωδιά του πουρμά και τις φωνές των συγγενών . Ήταν τα χέρια της γιαγιάς πάνω στο τραπέζι, να μετράνε με το μάτι, να δοκιμάζουν με την άκρη της γλώσσας και να κλείνουν το μάτι σα να έλεγαν: “Έτσι το έφτιαχνε η μάνα μου”.
Πολλά απ’ τα υλικά πια δεν τα βρίσκεις. Ούτε τις υπομονές εκείνων των γυναικών. Μα εγώ κρατώ το τετράδιο. Όχι για να το ακολουθήσω, δεν τα έχω αυτά τα χέρια , αλλά για να θυμάμαι. Γιατί μερικές γεύσεις δεν έχουν να κάνουν με την τέχνη. Έχουν να κάνουν με την παρουσία.
Και κάθε φορά που το ανοίγω, νιώθω σαν να ξαναστρώνεται το τραπέζι. Όχι με πιάτα, αλλά με μνήμες. Και κάπου στη γωνιά, η γιαγιά, με τα γυαλιά στην άκρη της μύτης, να με κοιτάζει .
Και αυτά τα γυαλιά ήταν μέσα στη θήκη τους, μέσα στο σεντούκι . Μαύρη, δερμάτινη, με ένα μικρό σκίσιμο στη γωνία. Κανείς δεν την είχε πειράξει από τότε. Πήρα τα γυαλιά. Δεν ήξερα τι να τα κάνω. Δεν με ένοιαζε αν μου ταίριαζαν ή αν είχαν κάποια αξία. Απλώς… τα ήθελα. Ίσως επειδή την θυμόμουν πάντα με αυτά. Σκυμμένη στο χριστιανικό της βιβλίο , να τα κατεβάζει στην άκρη της μύτης για να με κοιτάξει πάνω απ’ το χαρτί. Ή να τα βγάζει αργά και να τα ακουμπάει δίπλα της, λίγο πριν αρχίσει να λέει ιστορίες.
Τα γυαλιά είχαν μικρές γρατζουνιές. Τον ένα βραχίονα τον είχε φτιάξει πρόχειρα με λίγο σκοινάκι . Και για να μην τα χάνει, τα κρατούσε με λάστιχο . “Τι τα κρατάς έτσι;” την ρώταγα κάποτε. “Μην τα λυπάσαι,” μου έλεγε, “τα μάτια μου είναι πιο χαλασμένα απ’ αυτά.”
Η γιαγιά μου δεν ήταν μορφωμένη. Έμαθε να διαβάζει στα δεκαέξι. Μα όταν διάβαζε, διάβαζε με εκείνο το πάθος του ανθρώπου που διψά για λέξεις. Τα γυαλιά της ήταν το μέσο για να καταλάβει τον κόσμο.
Τα κράτησα. Δεν τα φόρεσα ποτέ. Μου είναι μεγάλα και λίγο στραβά. Αλλά κάποιες φορές τα ακουμπάω πάνω στο τραπέζι, όπως τα άφηνε εκείνη . Κι είναι σαν να κάθεται κι αυτή απέναντί μου.
Και σκέφτομαι… πώς έβλεπε άραγε τον κόσμο μέσα απ’ αυτά; Τι σκεφτόταν όταν τα καθάριζε προσεκτικά με την άκρη της μαντήλας της.
Δεν θα το μάθω ποτέ.
Μα τα κρατάω. Γιατί τελικά, δεν είναι τα πράγματα που μένουν σε εμάς.
Εμείς μένουμε σε αυτά.
Μένει το χέρι που τα άγγιξε, το βλέμμα που τα κοίταξε.
Και θα καταλάβεις πως μερικά πράγματα δεν μπαίνουν στο μουσείο.
Μένουν σε ένα σεντούκι.
Και περιμένουν εσένα.