Από την Ανατολική Θράκη στη Νέα Δήμητρα
Εκεί, ανάμεσα σε ποτάμια που κυλούσαν αργά και χωράφια που άστραφταν στον ήλιο, απλωνόταν η Ανατολική Θράκη. Τόπος γόνιμος, μα και περαστικός. Ένα σταυροδρόμι όπου οι άνθρωποι μιλούσαν πολλές γλώσσες, μα το τραγούδι του κάμπου ήταν πάντοτε το ίδιο. Ο αέρας μύριζε στάχυ και αγιόκλημα και οι αυλές γέμιζαν με το γέλιο των παιδιών .
Οι πρόγονοί μας ζούσαν εκεί σαν να ήταν ο κόσμος ολόκληρος κλεισμένος σε έναν κύκλο γειτονιάς. Στις πλατείες έπαιζαν τάβλι οι γέροντες, στις εκκλησιές ακουγόταν ο ψαλμός σε γλώσσα πατροπαράδοτη και τα Σαββατόβραδα, τα σπίτια μύριζαν κολοκυθόπιττα , κρασί και σιτάρι.
Τα πρωινά στην Ανατολική Θράκη άρχιζαν πριν ο ήλιος σηκωθεί. Η δροσιά κάθονταν πάνω στα στάχυα και ο αέρας μύριζε χώμα ποτισμένο, βρεγμένο από τη νύχτα. Οι άντρες έπαιρναν το δρόμο για τα χωράφια με το δρεπάνι στον ώμο κι οι γυναίκες ακολουθούσαν κουβαλώντας καλάθια με ψωμί, τυρί και ελιές για το μεσημέρι.
Στον κάμπο, ο ήχος από τα κουδούνια των ζώων και το τραγούδι των γυναικών μπλέκονταν. Το χώμα ήταν μαλακό από τις βροχές της άνοιξης κι οι παλάμες γεμάτες κάλους μα και περηφάνια. Κάθε αυλάκι, κάθε ρίζα, ήταν αποτέλεσμα ιδρώτα και υπομονής.
Το απόγευμα, καθώς ο ήλιος κατέβαινε, οι γραμμές των χωραφιών γέμιζαν με δεμάτια σιτάρι, και η μυρωδιά από το φρεσκοκομμένο χορτάρι γινόταν ένα με την ανάσα της γης. Και όταν γύριζαν στο χωριό, τα πόδια ήταν βαριά αλλά η ψυχή ελαφριά, γιατί η γη τους αντάμειβε.
Στην Ανατολική Θράκη, οι γιορτές ήταν αναπνοές της ψυχής. Στις παραμονές, το χωριό μύριζε ζυμωτό ψωμί και κρέας που σιγόβραζε με μυρωδικά. Οι γυναίκες έβγαζαν από τα μπαούλα τα πολύχρωμα στρωσίδια και τα κεντήματα και στόλιζαν το σπίτι.
Η εκκλησία γέμιζε με ψαλμούς, και μετά, στην πλατεία, το κλαρίνο και το βιολί έδιναν το σύνθημα. Αυτοί , χασαπιές, ζωναράδικοι, συρτοί κι όλοι μαζί, μικροί και μεγάλοι, έσερναν τα βήματα σαν να ξυπνούσαν μνήμες αιώνων. Τα χέρια ενώνονταν, κι ο κύκλος του χορού άνοιγε και μεγάλωνε, ώσπου να χωρέσει όλο το χωριό. Τα παιδιά έτρεχαν με ζαχαρωτά, οι παππούδες κάθονταν και σχολίαζαν με χαμόγελο και η νύχτα κατέβαινε αργά, αφήνοντας τον ήχο του βιολιού να πλέει στον αέρα.
Το πανηγύρι δεν τελείωνε εύκολα. Η νύχτα κατέβαινε, τ’ αστέρια άναβαν, και οι φλόγες από τα καντήλια και τα κεριά έκαναν τα πρόσωπα να λάμπουν σαν εικόνες. Εκεί, ανάμεσα στον ιδρώτα του χορού και το γέλιο της παρέας, οι άνθρωποι ήξεραν πως, όσο κρατούσαν τις γιορτές, δεν θα χάνονταν ποτέ. Γιατί στις μέρες εκείνες ζούσαν όλοι μαζί, σαν μια μεγάλη οικογένεια.
Ώσπου ήρθε η μέρα που όλα άλλαξαν. Δεν έφυγαν από επιλογή. Έφυγαν γιατί η γη δεν τους χωρούσε πια. Μάζεψαν φωτογραφίες, λίγα ρούχα, μια χούφτα χώμα από την αυλή. Το χωριό σιώπησε καθώς οι οικογένειες προχωρούσαν προς το καράβι ή το κάρο που θα τους έπαιρνε μακριά.
Το ταξίδι κράτησε μέρες. Στη θάλασσα, το κύμα δεν ξεχώριζε πλούσιους και φτωχούς, όλους τους κούναγε το ίδιο. Οι νύχτες ήταν γεμάτες ψιθύρους και προσευχές, τα πρωινά με βλέμματα χαμένα στον ορίζοντα. Και όταν φάνηκε η νέα στεριά, κανείς δεν πανηγύρισε. Γιατί κάθε βήμα στο καινούργιο χώμα θύμιζε το χώμα που άφησαν.
Η νέα γη δεν τους περίμενε στρωμένη. Ήταν χωράφια άγρια, δρόμοι που τον χειμώνα γίνονταν λάσπη και το καλοκαίρι σκόνη. Μα εκεί έπρεπε να ριζώσουν.
Με ασβέστη και ιδρώτα έστησαν στέγες, έσπειραν σιτάρι, φύτεψαν αμπέλια. Οι πρώτες σοδειές ήταν δύσκολες, μα όταν οι αποθήκες γέμισαν στάχυα, κατάλαβαν πως ο τόπος τους είχε δεχτεί.
Τα βράδια, μαζεύονταν στις αυλές και μιλούσαν για το χωριό που άφησαν, λες και το ξόρκιζαν για να μη χαθεί.
Έλεγαν ιστορίες για τα πανηγύρια, τις γιορτές, τα χωράφια τους. Και σιγά σιγά, μέσα από τις κουβέντες και τα τραγούδια, η μνήμη έγινε φως που φώτιζε το άγνωστο .
Κι ακόμη κι όταν οι καιροί άλλαξαν και τα πανηγύρια έμειναν πίσω, η μνήμη τους έμεινε ζωντανή , καλώντας τους πάντοτε να επιστρέψουν.
Η Νέα Δήμητρα δεν ήταν η Ανατολική Θράκη. Ποτέ δεν θα γινόταν. Μα όσο οι αυλές γέμιζαν με παιδικές φωνές και τα χωράφια πρασίνιζαν, η νέα πατρίδα γινόταν σπίτι. Γιατί, όπως έλεγαν οι γέροντες, η καρδιά μπορεί να έχει δύο ρίζες κι όσο τις ποτίζεις και τις δύο, η ψυχή ανθίζει.
Κι όμως, κουβαλούσαν μαζί τους κάτι που δεν μπορούσε να τους το πάρει κανείς: τη μνήμη. Την εικόνα του χωριού, το τραγούδι του βιολιού, τη γεύση του ψωμιού στον ξυλόφουρνο. Αυτά έγιναν οι ρίζες τους στη νέα γη
Η φυγή ήταν πληγή, μα και σπόρος. Σπόρος που, όταν βρήκε καινούργιο χώμα, φύτρωσε ξανά. Οι ιστορίες τους, οι παραδόσεις τους και η αγάπη για την Ανατολική Θράκη δεν χάθηκαν ποτέ.
Κι έτσι, ανάμεσα σε πέτρες και χώμα, μέσα από κόπο και ιδρώτα, οι πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης έπλεξαν ξανά τον ιστό της ζωής τους. Έμαθαν να αγαπούν τη νέα γη, χωρίς να προδώσουν την παλιά.
Στη Νέα Δήμητρα, στο Κιλκίς, στην ξενιτιά και στις μεγαλουπόλεις, κράτησαν ζωντανή τη Θράκη μέσα από τις λέξεις, τα τραγούδια, το λάδι στο καντήλι. Κι όταν έπιαναν τον συρτό ή το ζωναράδικο, δεν ήταν απλώς χορός. Ήταν η γέφυρα που τους γύριζε στα σοκάκια του παλιού χωριού, στα πλατάνια και στα παζάρια της Ανατολικής Θράκης.
Η γη εκείνη μπορεί να χάθηκε από τα μάτια, μα όχι από την ψυχή. Γιατί η Ανατολική Θράκη είναι η αίσθηση του ήλιου , η μυρωδιά του ψωμιού στον ξυλόφουρνο και το βλέμμα του παππού που πάντα τελείωνε τις ιστορίες του λέγοντας:
«Εκεί ήτανε ο παράδεισός μας… και τον κουβαλάμε μέσα μας.»