Από Καλαμπόκι και Αγάπη
Τα χρόνια της Κατοχής ήταν χρόνια σκληρά. Η πείνα, ο φόβος, οι ελλείψεις και οι στερήσεις έπλαθαν τη ζωή των ανθρώπων πιο σκληρή και πιο λεπτή ταυτόχρονα. Στη Νέα Δήμητρα Κιλκίς, όπως και σε πολλά άλλα χωριά προσφύγων, τα σπίτια γέμιζαν μυρωδιές από καλαμποκάλευρο και ξύλα που καίγονταν στις σόμπες, ενώ οι φούρνοι των πόλεων είχαν αδειάσει από το σταρένιο ψωμί.
Η ζωή επιβίωνε μέσα από τα απλά, ταπεινά τρόφιμα , αυτά που έδιναν δύναμη και κουράγιο. Η μπομπότα και το μαλέζ ήταν τα ψωμιά της φτώχειας, αλλά και της αγάπης. Στα σπίτια των προσφύγων, κάθε κομμάτι ψωμί που μοιραζόταν είχε μέσα του τη ζεστασιά της μάνας, την αλληλεγγύη της γειτονιάς, τη δύναμη να συνεχίσει κανείς.
Μέσα από αυτές τις ιστορίες, αναδύεται η ζωντάνια μιας εποχής , που κατάφεραν να θρέψουν ψυχές ακόμη και όταν τα στομάχια έσφυζαν από πείνα.
Δεν είχαν τίποτα τότε. Μονάχα λίγο καλαμποκάλευρο, νερό κι ένα κομμάτι τυρόγαλο που κρατούσαν σαν θησαυρό. Μα κι από αυτά, έβγαινε κάτι που τους έδινε κουράγιο, το μαλέζ.
Το ζύμωνε η γιαγιά . Έριχνε το αλεύρι στο βαθύ ταψί, πρόσθετε νερό, ανακάτευε ώσπου να γίνει πηχτός χυλός. Έπειτα τον άδειαζε στο τηγάνι, τον ίσιωνε με το κουτάλι κι άφηνε τη φωτιά να κάνει το θαύμα της.
Ο αχνός απλωνόταν στο σπίτι, μυρωδιά γλυκιά, χωριάτικη, ανακατεμένη με καπνό από τα ξύλα. Τα παιδιά μαζεύονταν γύρω από τη σόμπα και περίμεναν ανυπόμονα.
— Μάνα, γύρισε το, να μη καεί!
— Λίγο ακόμα, να πάρει χρώμα, απαντούσε εκείνη και σταύρωνε το τηγάνι.
Όταν το μαλέζ ήταν έτοιμο, το γύριζε προσεχτικά με την κουτάλα. Ψηνόταν κι από την άλλη πλευρά, μέχρι που γινόταν τραγανό απ’ έξω και μαλακό μέσα. Το έκοβε σε τετράγωνα κομμάτια και το μοίραζε.
Έτρωγαν όλοι από λίγο, με λαχτάρα. Κάποιος το βουτούσε σε λίγο λάδι ή ζάχαρη, ό,τι υπήρχε. Και για μια στιγμή, ξεχνούσαν την πείνα, τον φόβο, τα μαύρα χρόνια.
Το μαλέζ δεν ήταν απλώς φαγητό. Ήταν παρηγοριά. Ήταν η ζεστασιά της μάνας, η φωνή της που έλεγε:
— Φάε, παιδί μου, όσο υπάρχει. Ο Θεός να δώσει κι αύριο.
Και σαν μεγάλωσαν εκείνα τα παιδιά κι έφυγαν οι δύσκολοι καιροί, το θυμόντουσαν πάντα. Κάποτε, το ξαναέφτιαχναν ,όχι από ανάγκη, μα από νοσταλγία. Να θυμηθούν πώς γεύεται η φτώχεια όταν έχει μέσα της αγάπη.
Γιατί το μαλέζ, σαν και τη μπομπότα, δεν έθρεψε μόνο σώματα. Έθρεψε και ψυχές.