Απόσταγμα Παράδοσης  

Απόσταγμα Παράδοσης  

Στο Μέγα Ρεύμα, το γαλήνιο προάστιο της Κωνσταντινούπολης, οι μυρωδιές από τα γιασεμιά και τα θαλασσινά αρώματα του Βοσπόρου μπλέκονταν με το γλυκό άρωμα του τριαντάφυλλου, της μαστίχας και της μέντας. Ήταν το άρωμα που ξεχυνόταν από το ποτοποιείο του Δημήτρη Κεμπαπτσόγλου. 

Ήρθε νέος, από τους Επιβάτες , το Σελίμπασα , την παράλια κωμόπολη κοντά στην Κωνσταντινούπολη που ανήκε εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Σηλυβρίας και διοικητικά στην διοίκηση Μέτρων (Τσατάλτζας), με εμπορικό δαιμόνιο και σιγουριά στο βήμα. 

 Διάλεξε να στήσει το εργαστήρι του κοντά στον ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, εκεί που οι καμπάνες αντηχούσαν πάνω από τα κεραμίδια. Ο ναός αυτός  έχει ιστορικές ρίζες που φτάνουν ως τα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου.  

 Το διώροφο αρχοντικό του, με τον μπαχτσέ γεμάτο γεράνια και τριανταφυλλιές, έστεκε αγέρωχο. 

 Στη μεγάλη του αυλή έστησε τα βαρέλια, τα χάλκινα καζάνια, τα γυάλινα μπουκάλια. Με υπομονή και τέχνη, έφτιαχνε τα μοσχομυριστά λικέρ που έφεραν τη σφραγίδα του. 

 Ροδόνερο ,μαστίχα και μέντα, έτοιμα να ευφράνουν κάθε καρδιά. Στον κόσμο της μικρής εκείνης  οικοτεχνίας , συνδύαζαν γνώσεις από Ρωμιούς, Αρμένιους και Μικρασιάτες. 

Στην Πόλη , οι αυλές ήταν συχνά εσωτερικές και κλειστές και οι Ρωμιοί είχαν άδεια να φτιάχνουν ποτά για οικογενειακή κατανάλωση ή μικρή πώληση. Πολλές συνταγές ήταν οικογενειακές και περνούσαν από γενιά σε γενιά.  

Τα ποτοποιεία των Ρωμιών και των Αρμενίων ήταν φημισμένα για την ποιότητα και την ποικιλία τους, ενώ πολλοί έφτιαχναν και δικές τους συνταγές λικέρ και αποσταγμάτων. 

Εκεί, με τέχνη και υπομονή, ο Δημήτρης έφτιαχνε τα περίφημα λικέρ του , τριαντάφυλλο, μαστίχα Χίου  και μέντα, με τη σφραγίδα του χαραγμένη στο φελλό. 

 Ο Κεμπαπτσόγλου έφτιαχνε αποστάγματα , λικέρ και γκαζόζες . Οι Ρωμιοί της Πόλης συχνά έλεγαν «γκαζόζα»  κάθε αεριούχο αναψυκτικό. Έφτιαχνε πορτοκαλάδες, λεμονάδες και μανταρινάδες . 

 — Δοκίμασε, κυρά-Μαρίκα , έλεγε χαμογελώντας στην ηλικιωμένη γειτόνισσα που περνούσε από την αυλή του κάθε Σάββατο. 

— Γλυκαίνει την ψυχή σου σαν καλός λόγος, απαντούσε εκείνη, παίρνοντας το μικρό ποτηράκι στο χέρι. 

Η Συνθήκη της Λωζάνης και η Ανταλλαγή των Πληθυσμών δεν άγγιξαν τον Κωνσταντινουπολίτη Κεμπαπτσόγλου.  Μπορούσε να μείνει εκεί, να συνεχίσει την κοσμοπολίτικη ζωή του.  

Μα η καρδιά δεν υπακούει στη λογική. Η αγαπημένη του Τριανταφυλλιά ποθούσε να βρεθεί κοντά στα αδέλφια της, στην Ελλάδα. Και η δική της επιθυμία, πιο δυνατή από κάθε δεσμό με την Πόλη, έγινε και δική του απόφαση. 

Ο Κεμπαπτσόγλου έμεινε να κοιτά τη θάλασσα που σκοτείνιαζε, σαν να μετρούσε μέσα του όλα όσα θα άφηνε πίσω. 

Το 1926, με βαριά καρδιά πήρε την απόφαση να φύγει, παίρνοντας μαζί μόνο τις αναμνήσεις. Κλείδωσε το σπίτι και το εργαστήρι, αφήνοντας μέσα το άρωμα του ροδόνερου, σαν υπόσχεση ότι θα ξαναγυρίσει. Μα δεν ξαναγύρισε. 

 Έφτασε στη Νέα Δήμητρα, σ’ έναν τόπο φτωχό, που ακόμη μύριζε υγρή λάσπη και ασβέστη από τα μισοχτισμένα σπίτια. Ξένος σε γη ξένη, κουβαλούσε όμως τη γνώση, την επιμονή και τη λεβεντιά του. 

 Οι πρόσφυγες πάλευαν να ριζώσουν, να φτιάξουν καινούργιες ζωές. Ο Δημήτρης, με τα χέρια και τη γνώση του, στάθηκε χρήσιμος στην κοινότητα. Όλοι τον εκτιμούσαν κι ας μην έφτιαχνε πια τα λικέρ του όπως παλιά.. Στάθηκε χρήσιμος στον μικρό προσφυγικό οικισμό, κερδίζοντας γρήγορα την εκτίμηση όλων. 

Μα η μοίρα, άδικη και τυφλή, του φύλαγε πικρό ποτήρι. Ο γιος του, ο Θεόδωρος, χάθηκε στο ναυάγιο του Χειμάρα, βυθίζοντας την οικογένεια στο σκοτάδι της απώλειας. 

 Από τότε, τα μάτια του Δημήτρη έμειναν θαμπά και στην καρδιά του  φώλιαζε ο καημός. Έφυγε από τη ζωή κουβαλώντας εκείνον τον πόνο κι ας έλεγαν οι παλιοί πως τα λικέρ του μπορούσαν να γλυκάνουν και την πιο πικρή καρδιά. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή