Ανδρών Επιφανών Πάσα Γη Τάφος  

Ανδρών Επιφανών Πάσα Γη Τάφος  

Ήταν χρόνια δύσκολα, γεμάτα στερήσεις, αλλά και περηφάνεια. Στα καφενεία, οι άντρες μιλούσαν για το μέτωπο και τα παλικάρια μας στην Αλβανία. Οι γυναίκες έπλεκαν μάλλινα και προσεύχονταν. Κανείς δεν ήξερε ποιο σπίτι θα χτυπούσε η μοίρα. 

Μια μέρα, η σιωπή του χειμώνα έσπασε από τον βηματισμό του ταχυδρόμου στον χωματόδρομο. Στο χέρι του κρατούσε μικρά, λεπτά χαρτιά , τηλεγραφήματα. Κι όλοι ήξεραν πως  αυτά δεν έφερναν ποτέ καλό. 

Ο ταχυδρόμος, με σκυφτό κεφάλι, εκείνη την παγωμένη μέρα του Οκτώβρη του ’40, πλησίασε τα σπίτια τους αργά, σαν να ήθελε να καθυστερήσει τη στιγμή. Στο κατώφλι, η μάνα σκούπιζε με την ποδιά της τα χέρια από το ζυμάρι. Δεν χρειάστηκε να διαβάσει τις λέξεις. Το πρόσωπο του ανθρώπου που της έδινε το χαρτί τα έλεγε όλα. Μια χούφτα λέξεις, που όμως έσκισαν την καρδιά των γονιών, των γυναικών, των παιδιών. Από εκείνη τη μέρα, η ζωή τους χώρισε στα δύο, πριν και μετά την απώλεια Το τηλεγράφημα τρεμούλιασε στα χέρια της. Κανείς δεν μίλησε. Μόνο ένα βουβό κλάμα, σαν παράπονο στον ουρανό. 

Από εκείνη τη μέρα η ζωή δεν ήταν πια ίδια και τους χώρισε στα δύο, πριν και μετά την απώλεια. 

 Η μάνα φόρεσε μαύρα και δεν τα έβγαλε ποτέ. Η γυναίκα, με τα παιδιά γύρω της, έμαθε να χαμογελά μόνο για να μη λυγίσουν εκείνα. Το χωριό τούς έβλεπε και τους συμπονούσε, γιατί όλοι ήξεραν ότι ο πόλεμος δεν αφήνει πίσω του μόνο νεκρούς, αλλά και ζωντανούς που κουβαλούν τον πόνο μια ζωή. 

Δεν υπήρχε μνήμα να πάνε. Δεν υπήρχε σταυρός να ακουμπήσουν λίγα λουλούδια, να ψιθυρίσουν μια προσευχή, να αφήσουν ένα κερί να καίει. 

Στη Νέα Δήμητρα, οι μεγάλες στιγμές και οι μεγάλες πληγές έβρισκαν πάντα τον δρόμο τους προς την εκκλησία του Αη-Γιώργη. Εκεί χτυπούσε η καρδιά του χωριού. Εκεί οι άνθρωποι ένωναν τις χαρές και τις λύπες τους, έκαναν τάματα και μνημόσυνα, έδιναν και έπαιρναν κουράγιο. 

 Τα μνημόσυνα γίνονταν στην εκκλησία του Αη-Γιώργη. Εκεί, ανάμεσα στα κεριά και στο λιβάνι, μοίραζαν το ψωμάκι και το κόλλυβο, με μάτια χαμηλωμένα. Το όνομά τους ακουγόταν από το στόμα του παπά και γινόταν σαν σπαθιά στην καρδιά και σαν φτερούγισμα στην ψυχή μαζί. 

 Κυριακίδης Νικόλαος  του Χρυσάφη  

Φωτακίδης Φώτιος του Αθανασίου  

Κι όμως, μέσα στον πόνο, υπήρχε και μια περηφάνεια. Ο γιος, ο αδελφός, ο άντρας, ο πατέρας, δεν έφυγε τυχαία. Έπεσε μαχόμενος, με το όπλο στο χέρι, για να ζήσει η Πατρίδα. Αυτό ήταν το παρηγορητικό ψίχουλο που κρατούσαν. 

Κάπου μακριά, σε μια άγνωστη πλαγιά, ίσως κάποιος στρατιώτης, ίσως ένας χωρικός, να είχε ανάψει ένα κερί πάνω σε έναν ανώνυμο τάφο. Ίσως να είχε μουρμουρίσει μια προσευχή για μια ψυχή που δεν γνώριζε.  

Και έτσι, το φως εκείνου του κεριού να συναντιόταν μυστικά με τις προσευχές της Νέας Δήμητρας, σαν γέφυρα ανάμεσα στον τόπο που έπεσαν και στον τόπο που τους περίμενε για πάντα. 

Η φράση “Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος”, βγαλμένη από τα βάθη των αιώνων, μοιάζει να γράφτηκε για εκείνους που πέφτουν μακριά από τον τόπο τους, αφήνοντας πίσω μάνες, γυναίκες και παιδιά να τους θρηνούν. 

 Για τους δικούς μας ήρωες, τους Νεοδημητριώτες Νικόλαο Κυριακίδη και Φώτιο Φωτακίδη, ο τάφος τους δεν ήταν εδώ. Ήταν κάπου στα παγωμένα χώματα της Αλβανίας, εκεί όπου η μάχη σταμάτησε τη ζωή τους αλλά όχι τη μνήμη τους. 

Γιατί οι ήρωες δεν χάνονται. Ο τάφος τους είναι η ίδια η μνήμη μας. Είναι οι ιστορίες που ψιθυρίζονται στα παιδιά, τα ονόματά τους που ακούγονται στα μνημόσυνα, οι εικόνες τους που μένουν ζωντανές στα μυαλά όσων τους αγάπησαν. Κι έτσι, όσο υπάρχει το χωριό, όσο υπάρχει ο Αη-Γιώργης, όσο καίει ένα κερί στο όνομά τους, ο Νικόλαος Κυριακίδης και ο Φώτιος Φωτακίδης δεν θα φύγουν ποτέ από κοντά μας. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή