Αληθινές Ιστορίες της Προσφυγιάς . Η εικόνα της Προσφυγιάς
Όταν οι δυο αδελφές εγκατέλειπαν το Άκαλαν της Τσατάλτζας στην Ανατολική Θράκη, η Παναγία τις κοιτούσε από την ξύλινη εικόνα της, μια εικόνα διπλή, που οι ίδιες χώρισαν στα δύο την ώρα του αποχωρισμού.
«Όπου κι αν βρεθούμε, η μία θα είναι κοντά στην άλλη», είπε η Μαρία.
«Θα τη φυλάμε στον κόρφο μας», πρόσθεσε η Θεοδώρα.κσι χάιδεψε το σκισμένο ξύλο με τα χέρια της , σαν να το χάραζε στη μνήμη της .
Ένα κομμάτι στη μία, το άλλο στην άλλη, σαν την καρδιά τους, σαν τη ζωή τους που έσπαγε βίαια σε δύο μονοπάτια.
Ο δρόμος ήταν μακρύς, γεμάτος σκόνη και δάκρυα. Ο φόβος και η αγωνία έσφιγγαν το στήθος τους, αλλά κάθε φορά που άγγιζαν την εικόνα στο μέρος της καρδιάς τους, ένιωθαν πως η άλλη ήταν κοντά. Οι νύχτες ήταν παγωμένες, οι μέρες αβέβαιες, μα η εικόνα ήταν εκεί, μια υπόσχεση πως θα ξαναβρίσκονταν.
Όμως η μοίρα τις έστειλε σε διαφορετικά μέρη. Η Θεοδώρα πήγε στο Μοναστηράκι των Σερρών, από εκεί στην Αλεξάνδρεια της Βέροιας , αργότερα στη Λακιά Φλώρινας και ο τελευταίος σταθμός ήταν η Νέα Δήμητρα του Κιλκίς . Η Μαρία βρέθηκε στα Αμάραντα του Κιλκίς σ’ ένα σπίτι φτωχικό, αλλά ζεστό. Τα Αμάραντα ήταν ένας προορισμός όπου πολλοί Αγαλανιώτες προσπάθησαν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους μετά την προσφυγιά .
Και τα χρόνια περνούσαν, ο πόλεμος, η φτώχεια, η αγωνία δεν έσβησαν την προσμονή.
Ένα βράδυ, ένας σπινθήρας από το τζάκι βρήκε μια γωνιά στα ξεραμένα δοκάρια. Η φωτιά φούντωσε, απλώθηκε σαν μανιασμένος άνεμος και σε λίγο το σπίτι καιγόταν. Η Μαρία όρμησε μέσα, όχι για τα υπάρχοντα, όχι για το σπίτι της, αλλά για εκείνο το μικρό, πολύτιμο κομμάτι της εικόνας που κρατούσε φυλαγμένο σε ένα σεντούκι.
«Όχι! Όχι!» φώναξε, βουτώντας μέσα στις φλόγες. Μα όταν έφτασε, το ξύλο είχε γίνει στάχτη.
Έμεινε εκεί, με τα μάτια γεμάτα απελπισία, με την καρδιά σφιγμένη από έναν ανείπωτο πόνο. Δεν την ένοιαζε που έχασε το σπίτι, μόνο που δεν θα μπορούσε πια να ενώσει την εικόνα με την αδελφή της.
Τα χρόνια πέρασαν κι η αναζήτηση δεν έσβησε ποτέ. Η Μαρία έψαχνε, ρωτούσε, έστελνε μηνύματα με ταξιδιώτες, ώσπου μια μέρα, σε ένα πανηγύρι σ’ ένα χωριό, άκουσε ένα όνομα γνωστό.
«Η Θεοδώρα; Ζει;»
Το ταξίδι της ήταν σύντομο, μα η καρδιά της βάραινε. Όταν την είδε, τα μάτια της θάμπωσαν. Η αδελφή της στεκόταν μπροστά της, με τα χρόνια ζωγραφισμένα στο πρόσωπό της, μα με το ίδιο βλέμμα, με την ίδια σπίθα στα μάτια. Έπεσαν η μία στην αγκαλιά της άλλης, τα λόγια περιττά, μόνο δάκρυα και αναφιλητά.
Η Θεοδώρα έβαλε το χέρι στον κόρφο της, έβγαλε το κομμάτι της εικόνας και το ακούμπησε απαλά στα χέρια της Μαρίας.
«Να, Μαρία. Έλα να ενώσουμε την εικόνα μας.»
Η Μαρία έκλεισε τα δάχτυλά της γύρω του, το έσφιξε σαν να κρατούσε όλη της τη ζωή.
«Δεν μπορώ, Θεοδώρα… Το δικό μου κάηκε». Ένα σύννεφο σκίασε το πρόσωπο της αδελφής της. «Μα η εικόνα μας ήταν πάντα ενωμένη, Μαρία», είπε απαλά. «Όχι στο ξύλο. Στην καρδιά μας.»
Η Μαρία κοίταξε το κομμάτι που της είχε απομείνει. Δεν θα συμπλήρωνε ποτέ το άλλο μισό, μα δεν χρειαζόταν πια. Η Θεοδώρα ήταν εκεί. Και κάτω από τη σκέπη της Παναγίας, ήταν και οι δύο, όπως πάντα.
Η ιστορία αυτή δεν χάθηκε στο χρόνο . Τα λόγια και οι αναμνήσεις της Θεοδώρας Γκοτζίδου πέρασαν στις επόμενες γενιές , μέχρι που έφτασαν στον εγγονό της , τον Κώστα Γκοτζίδη . Ήταν εκείνος που , χρόνια αργότερα ,σήμερα 15 Φεβρουαρίου του 2025, μου διηγήθηκε αυτή τη συγκλονιστική ιστορία, κρατώντας τη μνήμη των δύο αδελφών και του χωριού που άφησαν πίσω . Έτσι η μισή εικόνα δεν ενώθηκε ποτέ ξανά στο ξύλο ,αλλά η αλήθεια της έμεινε χαραγμένη στις καρδιές , όσων άκουσαν την ιστορία της .
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2025