Αγράμματος
Το”Αγράμματος χέρι του Νικόλα του Τσιφτσόγλου, του Τσάκου , έτρεμε.
Όχι από τα γεράματα ,ήταν δεν ήταν σαράντα εκείνον τον Μάρτη του ’27 , μα από εκείνο το παράξενο βάρος του χαρτιού. Σαν να του έδιναν να κρατήσει όλη του τη ζωή, σφραγισμένη με μελάνι και κρατική υπογραφή.
Ήταν πρωί όταν τους φώναξαν στο παλιό σχολείο του χωριού.
Μπροστά από τον μαυροπίνακα, εκεί που κάποτε έγραφαν λέξεις όπως «πατρίς», «ήλιος», «ελιά», τώρα κάθονταν ο γραμματέας με το γιλέκο του, το ρολόι του στην αλυσίδα και το στυλό στο χέρι.
Δίπλα του, ένας υπάλληλος γύριζε τις σελίδες από ένα κατάστιχο, που μύριζε ακόμα ιδρώτα προσφύγων, καπνό από καμένα χωριά και χώμα από πατρογονικά που ξεριζώθηκαν!»
“Τσιφτσόγλου Νικόλαος του Ευστρατίου “.
Ο παππούς σηκώθηκε σαν μαθητής. Πλησίασε σιγά.
Έβγαλε το ψάθινο καπέλο του και το κράτησε στα χέρια σαν να μπήκε σε εκκλησία.
Η καρδιά του χτυπούσε σαν τύμπανο. Πίσω του, σιωπηλοί, περίμεναν άλλοι.
Ο αδελφός του ο Χριστόδουλος Τσιφτσόγλου. Ο Σωτήρης ο Αρβανιτίδης από το Άκαλαν της Τσατάλτζας ,ο Χρήστος ο Νατσόπουλος από το Όκλαλι της Τσατάλτζας.
Η Μαργιόρα η Καλφοπούλου χήρα με δύο παιδιά. Η Καλλιόπη η Σημεριάδου της Κεράτσας , επίσης χήρα με δύο κόρες .
Ο Νικόλας ο Μπαλίδης , σιδεράς από τις 40 Εκκλησιές
Όλοι τους άνθρωποι με πλάτη σκυφτή και βλέμμα ευθύ.
Ο γραμματέας κοίταξε τον φάκελο.
— «Εδώ είμαστε…» μουρμούρισε.
Βούτηξε τη σφραγίδα στο μελάνι και τη χτύπησε με δύναμη στην άκρη του χαρτιού.
Η σφραγίδα είχε τον θυρεό του ελληνικού κράτους και μια ημερομηνία, 20 Μαρτίου 1927.
— «Υπογράψτε.»
Ο παππούς μου, ο Νικόλας, έσκυψε.
Κοίταξε τη λευκή γραμμή. Εκεί όπου έπρεπε να γράψει το όνομά του.
Τα δάχτυλά του έτρεμαν. Τα μάτια του σκοτείνιασαν.
— «Δεν ξέρω… δεν έμαθα γράμματα…»
Ο γραμματέας δεν σήκωσε καν το κεφάλι.
Έγραψε με στρογγυλά γράμματα κάτω από τη γραμμή:
Αγράμματος. Μόνο αυτό.
Ούτε “κατ’ εντολήν”. Ούτε “παρόντος μάρτυρος” . Καμιά δικαιολογία, κανένα ελαφρυντικό. Μονάχα εκείνη η λέξη. Σαν ταυτότητα. Σαν κατάρα. Σαν στίγμα που δεν σβήνει με γόμα ή χρόνο.
Ο παππούς μου πήρε το χαρτί αμίλητος. Το δίπλωσε προσεκτικά στα τέσσερα και το έβαλε μέσα στο παλιό του σακάκι.
Έξω, ο ήλιος είχε ανέβει. Η Πατρίδα ήταν πια ένα όνομα στον χάρτη. Ό,τι απέμενε ήταν ένα οικόπεδο με καρυδιές , λίγη γη κόκκινη και ένα έγγραφο που έλεγε πως υπάρχει , αλλά δεν ξέρει να γράφει τ’ όνομά του.
Χρόνια μετά βρίσκω εκείνο το χαρτί. Μέσα σε ένα παλιό συρτάρι, κάτω από φωτογραφίες κι επιστολές. Το πιάνω στα χέρια μου με ευλάβεια.
Το ανοίγω αργά, όπως ανοίγει κανείς ένα Ευαγγέλιο ή μια διαθήκη. Διαβάζω τη λέξη:
“Αγράμματος”
Και δεν τη βλέπω πια σαν στίγμα. Τη βλέπω σαν παράσημο. Σαν δέντρο ριζωμένο.
Γιατί αυτοί οι “αγράμματοι” ήξεραν να χτίζουν σπίτια. Να φυτεύουν αμπέλια.
Να στεριώνουν πατρίδες εκεί όπου πριν υπήρχε μόνο φόβος και προσφυγιά.
Αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς φωνή, έφτιαξαν χωριά με λέξεις.Κι ας μην τις έγραφαν .
Εγώ , η εγγονή του , η Ελένη Τσιφτσόγλου, γράφω .Θυμάμαι και γράφω. Εγώ σήμερα μπορώ να διαβάζω και να γράφω,επειδή εκείνοι ήξεραν να κρατούν.
Να κρατούν γη, τιμή, προσευχή. Και να μας τη δίνουν.
Για τον Τσιφτσόγλου, για τον Αρβανιτίδη , για την Καλφοπούλου, για τη Σημεριάδου ,για όλους.
Και ξέρω πως αν κρατώ σήμερα μολύβι, το κρατώ για λογαριασμό εκείνων που δεν είχαν το προνόμιο να γράψουν.
Που σφράγισαν τη ζωή τους με τη λέξη:
“Αγράμματος” και την έκαναν κληρονομιά.
Σήμερα, κρατώ εκείνο το κατάστιχο σαν ιερό λείψανο και υφαίνω τη διαδρομή τους .
Εκείνη την ημέρα, πίσω από τα χαρτιά και τις υπογραφές, υπήρχαν άνθρωποι. Όπως ο Φώτης Βαλάσης, υπάλληλος της Επιτροπής Εποικισμού Κιλκίς , ένας δημόσιος λειτουργός σε μια γωνιά της ιστορίας, άγνωστος στους πολλούς, μα μάρτυρας του νέου ριζώματος.
Και στην τοπική επιτροπή του χωριού, τρεις πρόσφυγες στάθηκαν με ευθύνη να βάλουν πλάτη στην καινούρια ζωή. Ο Δημήτρης Κεμπαπτσόγλου (1888–1960), που έφτασε στη Νέα Δήμητρα το 1926 από το Μέγα Ρεύμα της Κωνσταντινούπολης, αφήνοντας πίσω του το δικαίωμα να μείνει στην Πόλη, για χάρη της Τριανταφυλλιάς του, γιατί εκεί ήταν οι συγγενείς της. Ήταν άνθρωπος ήπιος, σταθερός και με καταγωγή από τους Επιβάτες.
Ο δεύτερος, ο Γεώργιος Εσκιόγλου(1873-1958), γιος του Δημήτρη και της Σοφίας, κουβαλούσε τον πόνο της απώλειας. Είχε έρθει με τα παιδιά του από το Λαζάρκιοϊ της Τσατάλτζας, μα χωρίς τη γυναίκα του, τη Ζωή Μορφίδου ,που άφησε την τελευταία της πνοή στην πατρίδα. Ήταν ο πατέρας των Δημητριάδηδων και έμαθε να βαδίζει με ευθύνη σε ξένη γη, δίχως να γείρει.
Ο τρίτος ήταν ο Κωνσταντίνος Καλιόγλου(1891-1944), γιος του Φώτη και της Φωτεινής, πρόσφυγας κι αυτός από το Όκλαλι της Τσατάλτζας. Ένας άντρας που έβαλε πλάτη στα δύσκολα και στάθηκε για τον τόπο, μα που έμελλε να πέσει στα μαύρα χρόνια του Εμφυλίου Διχασμού και Σπαραγμού , τότε που αδελφός γύριζε την πλάτη στον αδελφό .
Τους μνημονεύω σήμερα έναν έναν. Γιατί αν κρατώ μολύβι, είναι και για λογαριασμό εκείνων που κρατούσαν φακέλους, αποφάσεις, φτυάρια και χαρτιά με σφραγίδες. Και γιατί κάποιοι, μέσα στη σιωπή της Επιτροπής, έγραφαν την ιστορία χωρίς να το ξέρουν.