Αέρας Σηλυβριάς στη Νέα Δήμητρα
Στη Νέα Δήμητρα, εκεί που οι δρόμοι μοσχοβολούσαν καπνό από τα τζάκια και φρέσκο χώμα από τα περιβόλια, ήρθαν κάποτε δυο άνθρωποι που κουβαλούσαν μαζί τους κάτι από την πόλη που έλαμπε, την παλιά Σηλυβρία , την αστική της φινέτσα, τον αέρα της θάλασσας, τον ψίθυρο από τα μπαλκόνια και τα μαγαζιά του κεντρικού δρόμου.
Ήταν πρώτος ο Μιχάλης Νικολαΐδης,ο γιός του Περικλή , αγροφύλακας στη Σηλυβρία και στη Νέα Δήμητρα για λίγα χρόνια , άνθρωπος του καθήκοντος, με βλέμμα σκληρό στα χωράφια, αλλά τρυφερό όταν κοίταζε τη γυναίκα του, τη Μαρία, που όλοι την ήξεραν ως Μαργιορή. Η Μαργιορή ήταν οικονόμος σε αρχοντικά σπίτια, ήξερε να στρώνει τραπέζια που λαμποκοπούσαν από καθαριότητα και ασημικά, να μαγειρεύει σπιτικό φαγητό με αρχοντιά και να υποδέχεται επισκέπτες σαν να άνοιγε διάπλατα τις πόρτες μιας παλιάς αρχοντικής αυλής στη Σηλυβρία. Μαζί απέκτησαν τέσσερα παιδιά ,τον Περικλή ,τον Παρασκευά , την Σουλτάνα και την Αγγελική .
Κι ύστερα ήταν ο Χαράλαμπος Δημητριάδης στη Νέα Δήμητρα , ο Λάμπης , καροποιός στη Σηλυβρία κι εδώ. Στα χέρια του το ξύλο έπαιρνε σχήμα και νόημα, έφτιαχνε αμάξια για να ταξιδεύουν όνειρα και εμπορεύματα, να ενώνονται τα χωριά, να φτάνουν οι άνθρωποι εκεί που ποθούσαν. Μα πιο πολύ ξεχώριζε όχι για την τέχνη του, μα για την κορμοστασιά του. Πάντα ντυμένος με σιδερωμένο κουστούμι, με γραβάτα δεμένη σφιχτά, γυαλιστερά σκαρπίνια που άστραφταν στον ήλιο του χωριού και ένα καβουράκι καπέλο, που το έβγαζε μόνο όταν έμπαινε στην εκκλησία ή στο καφενείο.
Η Ευδοξία Μπόσκου , η γυναίκα του ,μια νοικοκυρά που κουβάλησε κι εκείνη από τον τόπο της, το Άκαλαν της Τσατάλτζας της Ανατολικής Θράκης, τη νοικοκυροσύνη και την πίστη, έστησε μαζί του σπιτικό που μοσχομύριζε καθαριότητα, γλυκό του κουταλιού και σεβασμό. Έκαναν παιδιά, έφτιαξαν οικογένεια, άφησαν πίσω τους ανθρώπους που μνημονεύουν το όνομά τους .
Μιχάλης και Μαργιορή και Λάμπης, οι άνθρωποι που φύσηξαν στην προσφυγογειτονιά έναν αέρα Σηλυβριάς, έναν αέρα πόλης μέσα στο χώμα του Κιλκίς.
Ήταν λίγοι μα ήταν αρκετοί για να θυμίζουν πως ακόμη κι οι μικροί τόποι χωρούν μεγαλείο, όταν άνθρωποι μεγαλόψυχοι αφήνουν το αποτύπωμά τους στη σκόνη του χωριού και στις καρδιές των ανθρώπων.