Έτσι Γινόταν Τότε … 

Έτσι Γινόταν Τότε … 

Μετά από τις κλεφτές ματιές στις βόλτες και τα σκιρτήματα της καρδιάς στη βρύση του χωριού, έπειτα από αμέτρητες καντάδες που τραγουδούσε ο Τάσος το Τσακάκκ στη γλυκιά του Φωτούλα, το ειδύλλιο πια δεν κρυβόταν. Έξω από το σπίτι του Γκάιτατζη, εκεί που οι τοίχοι είχαν γίνει μάρτυρες της πρώτης ντροπαλής αγάπης, ήρθε η ώρα της επισημοποίησης. Ένας αρραβώνας που κράτησε λίγο, όσο κρατάει η αναμονή πριν η καρδιά χτυπήσει δυνατά κι ύστερα ο γάμος, με κάθε μεγαλοπρέπεια του παλιού καιρού. 

Η νύφη ντυμένη στα λευκά ,άλλοτε με ράψιμο δικό της, άλλοτε με νυφικό δανεικό από τη συγγένισσα κι ο γαμπρός στο κουστούμι του, φρεσκοσιδερωμένο και ίσως κι αυτό δανεικό, αλλά με περηφάνια ντυμένο. Όλα τα έθιμα τηρήθηκαν, τραπέζια στρωμένα, οι καμπάνες να ηχούν, οι οργανοπαίκτες να γεμίζουν τον αέρα με νότες , οι κουλίκες να σπάζουν και να μοιράζονται στις ελεύθερες κοπέλες και τα  ρύζια και τα  κουφέτα να ραίνουν το ζευγάρι  . Η Φωτούλα έφευγε πια από τη γειτονιά των Αγαλανιωτών, στην άκρη του χωριού, και πήγαινε στην άλλη άκρη, στη γειτονιά των Κλαλιωτών, εκεί όπου θα ρίζωνε η καινούρια της ζωή. 

Κι ήταν χαρούμενη. Γιατί παντρευόταν τον άντρα που της είχε κλέψει την καρδιά. Τον όμορφο, τον λεβέντη, τον καλόκαρδο Τάσο. Και όταν τέλειωσε το γλέντι κι έσβησαν τα τραγούδια, η νύφη πέρασε το κατώφλι του σπιτιού της πεθεράς ,εκεί που θα στήριζε το σπιτικό της. Έτσι γινόταν τότε. Η πεθερά, η Τσάκαινα, χήρα από χρόνια, είχε τον πρώτο λόγο και τον τελευταίο. Κι οι φωνές του νέου ζευγαριού δεν τολμούσαν να ακουστούν. Έτσι γινόταν τότε… 

Το σπίτι, το κάρο, τα άλογα, τα χωράφια , όλα ανήκαν στην πεθερά. Η νύφη κι ο γαμπρός, δεμένοι στον ζυγό της υπακοής και της σιωπής. Έτσι γινόταν τότε… 

 Στις χαρές, πρώτη η πεθερά. Η νύφη έμενε στο σπίτι με τα παιδιά, σιωπηλή σύντροφος του κόπου. Στην εκκλησία, στην αγορά, στο τραπέζι ,πάντα η πεθερά μπροστά. Έτσι γινόταν τότε… 

Κι ήρθε η επόμενη μέρα του γάμου, που έδειξε πιο καθαρά από κάθε λόγο τη μοίρα της νύφης. 

 Ο μικρός Φωτάκης, ο Γιοβαντσάκης, παρατρεχάμενος στον γάμο, με μάτια που γυάλιζαν από περιέργεια και θαυμασμό, μπήκε στον χορό κι ας τσαλαπατούσε τα βήματα.  Και θαύμαζε και θυμόταν το όμορφο ζευγάρι .  

Μου τα είπε όλα, χρόνια μετά, στην πλατεία της Νέας Δήμητρας. Εμένα, την Ελένη, την δεύτερη από τις τέσσερις κόρες, της νύφης και του γαμπρού. 

Την άλλη μέρα του γάμου, το χάραμα, ο Φωτάκης ξύπνησε και πήγε με τους δικούς του στο χωράφι,  στο Γκοντζάμαρλι για το θέρος. Και στο διπλανό χωράφι, το νέο ζευγάρι, με τα χέρια τους ακόμα τρυφερά από τον χορό, έσκυβε πια στη γη, θέριζε. Έτσι ήταν η ζωή τότε.  Ούτε γαμήλιο ταξίδι, ούτε μήνας του μέλιτος, ούτε καν μια μέρα ξεκούρασης. Τα σπαρτά δε ρωτούσαν για τα όνειρα και τις δαντελένιες κορδέλες της νύφης,  ήθελαν μόνο χέρια δυνατά και κορμιά σκυμμένα. 

Η νύφη είχε ακόμα ανάμεσα στα μαλλιά της ανθάκια από το στεφάνι, αλλά στην καρδιά της είχε ριζώσει η αγάπη. Ήξερε πως θα ζούσε με τον άντρα της, με αγώνα και θυσία, όπως έμαθαν οι γυναίκες πριν από αυτήν. Κι ο Φωτάκης, παιδάκι τότε, ακόμα θυμάται και απορεί , πως την άλλη μέρα του γάμου, το ζευγάρι της Νέας Δήμητρας θέριζε ήδη τη ζωή του, με ιδρώτα και με πείσμα. 

Έτσι γινόταν τότε…  

Μα μέσα σ’ αυτό το “τότε” φύτρωνε μια αγάπη πεισματάρα, που άντεχε στις δυσκολίες και στα εμπόδια του καιρού. Και γι’ αυτό, η ιστορία της Φωτούλας και του Τάσου και τόσων άλλων , όπως μου την έλεγε ο Φωτάκης, έγινε θύμηση και παρακαταθήκη.  

 Μια υπενθύμιση πως όσα κι αν αλλάξουν, η δύναμη της καρδιάς μένει πάντα ίδια. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή