Ένα Κομμάτι Ύφασμα στα Χέρια της Γιαγιάς μου
Ένα κομμάτι από παλιό φόρεμα ή ξεθωριασμένο σεντόνι, αν έπεφτε στα χέρια της γιαγιάς μου, της Χριστίνας, έπαιρνε ξανά ζωή. Γινόταν κάτι χρήσιμο, κάτι που θα έβρισκε θέση στο φτωχικό τους σπίτι. Ο κόσμος τους ζούσε με μέτρο και μεγάλη οικονομία , ό,τι έβγαινε από τα λίγα πρόβατα και το λίγο σιτάρι έφτανε μόνο για το ψωμί και το τυρί. Για τα υπόλοιπα, είχε η γιαγιά την τέχνη της.
Θυμάμαι τη Χριστίνα σκυμμένη πάνω στη ραπτομηχανή του χεριού, με τα γυαλιά στην άκρη της μύτης, να περνά την κλωστή, να τη δαμάζει με υπομονή. Μπροστά της σωρός τα πανιά. Ποδιές για το μαγείρεμα, άλλες απλές, άλλες με στηθούρι, μαξιλαροθήκες για τα καθαρά μαξιλάρια και στο τέλος, εκείνο το αληθινό έργο τέχνης, το πάπλωμα. Ένα κουβερτάκι από μικρά-μικρά κομμάτια υφάσματος, ραμμένα το ένα πλάι στ’ άλλο, σαν ψαλιδισμένα χρώματα που γίνονταν ζεστασιά.
Σαν το κοιτάζω τώρα με τα μάτια του μυαλού μου, λέω πως οι δικές μας γιαγιάδες ήταν που έκαναν πρώτες το περίφημο «πάτσγουορκ» — πριν το πουν οι Άγγλοι με ξένο όνομα. Για μας ήταν τέχνη της ανάγκης κι όμως φαινόταν σαν τέχνη του κόσμου. Κάθε ξέφτι από παλιό φουστάνι, κάθε άχρηστη άκρη από παντελόνι, έβρισκε θέση. Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο.
Κι όταν τα παιδιά τους πήραν τον δρόμο της ξενιτιάς, έστελναν πίσω δώρα. Πανάκριβα υφάσματα, που εδώ ούτε τα είχαμε δει ούτε τα είχαμε ακουμπήσει. Τότε δεν υπήρχε νάυλον, κι ό,τι γυάλιζε ήταν από μετάξι και σπάνιο βαμβάκι. Η γιαγιά έραβε μαξιλάρια «του λούσου», όπως τα έλεγε για το σαλόνι, για το σεντούκι, για προίκα. Λουλούδια και κεντήματα, γαζιά που λάμπανε στον ήλιο σαν μικρές νίκες.
Έτσι, με τα χέρια της, η Χριστίνα έκανε το λίγο πολύ. Και στο πολύ έβαζε αγάπη. Σήμερα, αν ψάξεις σε κάποιο μπαούλο, θα βρεις ακόμα ένα μαξιλάρι της, ένα πάπλωμα με τα μπαλωμένα χρώματα. Κι αν τ’ αγγίξεις, θα νιώσεις τη φροντίδα, την επιμονή, το γυναικείο πείσμα που έραβε τις δυσκολίες σε ζεστασιά.