Ένα Απογευματινό στο Μπαΐρ – Χορός με τον Ήλιο
Ήταν ένα απόγευμα που δεν ήθελε να γίνει βράδυ. Ο ήλιος, ντάλα πάνω απ’ το μπαΐρ, λες και κρατιόταν λίγο ακόμα, να δει κι αυτός τις νέες του χωριού να χορεύουν. Πάνω απ’ τη Νέα Δήμητρα, εκεί που η γη ψιθύριζε ιστορίες προσφύγων και ριζωμένων, μια παρέα κοριτσιών είχε φτιάξει τον δικό της κύκλο. Ένα γραμμόφωνο ακουμπισμένο στη γη έσκαβε με τη βελόνα του το βινύλιο και ξεπηδούσαν μουσικές, σπαρταριστές σαν ψάρια που μόλις βγήκαν απ’ το νερό.
Η Σμαρούλα του Γκογκότς πρώτη στον χορό, με μάτια που γελούσαν . Ήταν η ψυχή της παρέας. Δίπλα της η Περιστέρα του Τσάκου, με μαλλί πιασμένο σφιχτά πίσω . Η Χρυσαυγή της Ερατώς,είχε έρθει με το μικρό της αδερφάκι που κάθισε στην άκρη να βλέπει τις «μεγάλες». Το Λαμπρινάκι του Νικολακάκκ, με γέλιο που αναπηδούσε σαν πέτρα στο νερό, φώναζε την άλλη Λαμπρινή, του Μαρμαρίδη:
«Έλα, μη κάθεσαι! Ο ήλιος για εμάς χορεύει σήμερα!»
Η Μαρία του Αρβανίττ σιγοτραγουδούσε. Ήταν ντροπαλή, αλλά είχε φωνή που έλιωνε τον αέρα. Και η Τασούλα του Γκάιτατζη, με δυο πλεξούδες που της ακουμπούσαν τα πλευρά, χόρευε με τα μάτια της καρφωμένα στον ουρανό, λες και συνομιλούσε με όλους .
Οι φωνές τους αντηχούσαν, έπλεκαν μελωδίες, ξυπνούσαν τον κάμπο. Τα παιδιά που έβοσκαν τα ζωντανά πιο πέρα άκουγαν τη μουσική και πλησίαζαν.
Και γύριζαν οι μέρες και οι ρόδες του χρόνου κύλησαν. Το γραμμόφωνο χάλασε, τα φουστάνια άλλαξαν, οι παλιοί πέθαναν και ήρθαν καινούργιοι άνθρωποι στον τόπο. Μα η Σμαρούλα Εσκιόγλου, ενενήντα έξι χρονών το 2023, τα θυμάται όλα. Με το χέρι της να τρέμει ελαφρά, ακουμπά το τραπέζι και λέει: «Πάνω στο μπαΐρ χαρήκαμε τη νιότη μας. Εκεί μάθαμε τι θα πει φιλία»